Print

Για ένα Δημόσιο με ταυτότητα

Written by Έφη Στεφοπούλου on .

There are no translations available.

identity Efi_Η δημοσιοϋπαλληλία στην Ελλάδα βρίσκεται σήμερα, περισσότερο από ποτέ σε μια προσπάθεια αναζήτησης ταυτότητας, αφού χρησιμοποιήθηκε, ερήμην της, στη ρητορική της κρίσης, είτε ως αποδιοπομπαίος τράγος, είτε ως ο περιούσιος λαός. Η χειραγώγηση της συζήτησης για τους δημοσίους υπαλλήλους χωρίς την συμμετοχή τους, οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην απουσία χειραφέτησής τους. Στην έλλειψη αυτογνωσίας και την απουσία μιας συλλογικής ταυτότητας, όπως αυτή που έχουν άλλες ομάδες επαγγελματιών.Όταν αναφερόμαστε στο Δημόσιο μιλάμε για τους νόμους που ρυθμίζουν τη λειτουργία του, για τις δομές και τις διαδικασίες του, για το ανθρώπινο δυναμικό, αλλά λίγο έως καθόλου για το περιβάλλον εργασίας των δημοσίων υπαλλήλων.

Το εργασιακό περιβάλλον επηρεάζει το ηθικό των εργαζομένων, την παραγωγικότητα και τη δέσμευσή τους σε αυτό που κάνουν, είτε αρνητικά είτε θετικά. Κακός σχεδιασμός, έλλειψη αερισμού, ακατάλληλα έπιπλα, υπερβολικός θόρυβος, κακός φωτισμός, ελλιπή μέτρα ασφάλειας δημιουργούν συνθήκες στις οποίες είναι δύσκολο να αποδώσει κανείς.

Το εργασιακό περιβάλλον πρέπει να είναι συστατικό μιας στρατηγικής για τη δημόσια διοίκηση. Στην πανευρωπαϊκή έρευνα[1] για τις συνθήκες του εργασιακού περιβάλλοντος, το 50% των ελλήνων δημοσίων υπαλλήλων δηλώνουν ικανοποιημένοι από το εργασιακό τους περιβάλλον. Το ποσοστό αυτό είναι χαμηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (το 59% των ευρωπαίων δημοσίων υπαλλήλων δηλώνουν ικανοποιημένοι, με το ποσοστό να ανεβαίνει στο 73% στην Εσθονία).

Οι αναφορές που γίνονται στο θέμα εν Ελλάδι είναι, συνήθως, αρνητικές, όταν οι υπάλληλοι δεν θέλουν να μετακινηθούν σε κάποιο νέο κτίριο «κελεπούρι» όπως ο Κεράνης. Η μετεγκατάσταση των κυβερνητικών υπηρεσιών, όμως, είναι ένα σύνθετο πρόβλημα διοικητικής αλλαγής. Για την ευόδωσή του θα πρέπει να ληφθούν αποφάσεις σχετικά με:

  • Τον τύπο και το είδος της χρήσης των κτισμάτων που θα χρησιμοποιηθούν (π.χ. χώροι γραφείων, χώροι έντασης χρήσης υπολογιστικών συστημάτων, χώροι συσκέψεων, εστίασης, παρκινγκ, συγκοινωνιακοί κόμβοι, κ.λπ)
  • Τα τετραγωνικά μέτρα χρήσης που πρέπει να προβλεφθούν ανά εργαζόμενο. Οι καλές πρακτικές αναφέρουν περίπου 10 τμ ανά εργαζόμενο μαζί με τους κοινόχρηστους χώρους, κάτι που απέχει πολύ από τους στιβαγμένους υπαλλήλους που συναντάμε στις δημόσιες υπηρεσίες σήμερα.
  • Τις επιπτώσεις της εγκατάστασης των κυβερνητικών κτιρίων σε συγκεκριμένη περιοχή. Συνήθως της εγκατάστασης αυτής  έπεται οικιστική ανάπτυξη της γύρω περιοχής. Ιστορικό τέτοιο παράδειγμα αποτελεί η Ουάσιγκτον, η οποία χτίστηκε βάσει σχεδίου ως η έδρα της Κυβέρνησης των ΗΠΑ και εξελίχθηκε οικιστικά ώστε να είναι σήμερα η 27η, από άποψη πληθυσμού, πόλη της χώρας.
  • Την προστασία του χώρου και τις δυνατότητες αστυνόμευσης και φύλαξης.
  • Τις δυνατότητες επέκτασης.
  • Την ενεργειακή απόδοση και τη δυνατότητα εγκατάστασης μικρών φωτοβολταϊκών για την ικανοποίηση μέρους των ενεργειακών αναγκών του κτιρίου.
  • Την αισθητική του χώρου.
  • Την απόσταση από συνήθεις εστίες ταραχών (π.χ. Εξάρχεια)

Σήμερα το ζητούμενο στη δημόσια διοίκηση είναι η καινοτομία και γι’ αυτό θα πρέπει να μεριμνήσουμε για τις συνθήκες εκείνες που ενισχύουν τις νέες ιδέες και τη συνεργασία μεταξύ διαφορετικών ομάδων. Σχετικές[2] έρευνες έχουν δείξει ότι οι καινοτομίες στο δημόσιο προέρχονται στην πλειοψηφία τους από τα ίδια τα στελέχη της διοίκησης, συνήθως τους προϊσταμένους, και σε μικρότερο ποσοστό από κάποια συνεργασία ή διαβούλευση με εξωτερικούς παράγοντες. Το Δημόσιο όμως, τόσο στην Ελλάδα όσο και αλλού, είναι κατακερματισμένο: κάθετα μεταξύ των ιεραρχικών μονάδων του και οριζόντια μεταξύ των διαφορετικών πεδίων πολιτικής. Οι δυνατότητες, ή και η επιθυμία, να σπάσει κανείς τα στεγανά αυτών των κατατμήσεων και να συνεργαστεί με συναδέλφους είναι μικρές, παρά την αυξανόμενη ζήτηση για μια «συνεργαζόμενη» κυβέρνηση. Ο κατάλληλος σχεδιασμός, αρχικά του χώρου εργασίας και εν συνεχεία των διαδικασιών, μπορεί να εισφέρει στο σπάσιμο αυτών των στεγανών.

Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του Mindlab, μιας λιλιπούτειας υπηρεσίας στην Δανία, η οποία κατάφερε να γίνει ένα διεθνές παράδειγμα καινοτομίας. Οι χώροι του Μindlab ήταν πρωτοποριακοί και εντελώς διαφορετικοί από μια συνηθισμένη δημόσια υπηρεσία: Κινητά έπιπλα που μπορούσαν να συνδυαστούν με πολλούς διαφορετικούς τρόπους, αρθρωτοί καναπέδες κι ένα τεράστιο οβάλ γραφείο, το οποίο περιβαλλόταν από τοίχους ενδεδυμένους με ασπροπίνακες.

Η κεντρική ιδέα για ένα ικανοποιητικό εργασιακό περιβάλλον είναι ότι δεν πρέπει να προσαρμόζονται οι εργαζόμενοι στις δυνατότητες του χώρου αλλά ο χώρος στις ανάγκες των εργαζομένων. Αυτό σημαίνει ότι η ταυτότητα του γραφείου δημιουργείται από τους χρήστες, οι οποίοι είναι ελεύθεροι να αναδιατάξουν το περιβάλλον τους, ανάλογα με τις ανάγκες και να δημιουργήσουν νέους σταθμούς εργασίας με τοίχους διαχωρισμού σε τροχούς, κινητούς λαμπτήρες κ.λπ. Η έντονη και διαφοροποιημένη οπτική ταυτότητα ενός εργασιακού χώρου, όχι μόνο λειτουργεί ευχάριστα για τους εργαζόμενους, αλλά συνεισφέρει στη δημιουργία της αίσθησης του ανήκειν - «esprit de corps».

Καιρός, λοιπόν, να πάψουμε να αντιμετωπίζουμε το Δημόσιο σαν μια άμορφη μάζα, ή ένα μαύρο κουτί, το οποίο οφείλει να παράξει συγκεκριμένα αποτελέσματα. Η επόμενη ηγεσία που δεν θα φοβηθεί τη διαφοροποίηση και θα τολμήσει να επενδύσει στην ταυτότητα, οπτική αλλά και οργανωσιακή, του Δημοσίου, θα εισπράξει τα οφέλη ενός ανεκμετάλλευτου δυναμικού, που σήμερα βρίσκεται εν υπνώσει.

Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στον Φιλελεύθερο στις 19 Απριλίου 2019.


[1] European working conditions survey, 2015

[2] National Audit Office, Innovation across Central Government, 2009