Print

Το κράτος σε κρίση: Διακινδυνεύσεις και απειλές

Written by Παναγιώτης Καρκατσούλης on .

There are no translations available.

MonastirakiΗ κρίση του ελληνικού κράτους αποτυπώνεται όχι μόνο στη δημοσιονομική εκτροπή του αλλά και στην δοκιμασία των θεσμών, την αμφισβήτηση των πολιτικών κομμάτων και την σύγχυση της κοινωνίας πολιτών.

Απαραίτητο είναι, ωστόσο, πριν από την αναφορά των πλευρών κάθε ειδικότερης κρίσης, να εννοιολογήσουμε την ίδια την κρίση, εφ’ όσον υπάρχουν διαφορετικές κατανοήσεις της: Η κρίση, παρ’ ημίν, εξακολουθεί να εννοείται με το παραδοσιακό ιατρικό/βιολογικό περιεχόμενό της, δηλαδή, ως μια κατάσταση παροξυσμού, η οποία οδηγεί στο τέλος, στο έσχατο όριο της αντοχής του έναν οργανισμό. Μια διαφορετική κατανόηση της κρίσης, η λειτουργιστική, την αντιμετωπίζει ως μια διαδικασία ανακατάταξης των στοιχείων ενός συστήματος προκειμένου αυτό να προσαρμοστεί σε μια η περισσότερες εξωτερικές πιέσεις. Αυτή την κατανόηση της κρίσης την συμμερίζονται λίγοι, ενώ ελάχιστοι είναι εκείνοι οι οποίοι κατανοούν την κρίση ως αναγκαιότητα αναπροσανατολισμού των βασικών αξιών που συγκροτούν την ταυτότητα ενός κοινωνικού συστήματος. Σύμφωνα με την τελευταία προσέγγιση, η ταυτότητα ορίζεται με τρόπο ουσιωδώς διαφορετικό από εκείνον των  διάφορων οντολογικών, εσχατολογικών και μεταφυσικών προσεγγίσεών της. Η ταυτότητα δεν συνιστά ούτε αναλλοίωτη ποιότητα, ούτε μοναδική και αναπόσπαστη ομογενοποιημένη ποσότητα εγγενή σ’ ένα σύστημα. Αποτελεί έναν δυαδικό κώδικα στη βάση του οποίου εγγράφονται, ταξινομούνται και κατανοούνται νοήματα και επικοινωνίες που συγκροτούν το συγκεκριμένο κοινωνικό σύστημα.

Ο κώδικας αυτός που για κάθε κοινωνικό σύστημα είναι διαφορετικός, προσλαμβάνει τα ιδιαίτερα τοπικά και λοιπά χαρακτηριστικά κάθε σχηματισμού. Υπό την έννοια αυτή, ένα κοινωνικό σύστημα παραμένει κλειστό και, εν ταυτώ, ανοικτό. Οι κεντρικές του ζεύξεις του επιτρέπουν να επικοινωνεί με τα υπόλοιπα, ενώ οι ιδιοτυπίες του του επιτρέπουν την καλύτερη προσαρμογή στις ιδιαιτερότητες της όποιας κοινωνικής πραγματικότητας. Εκείνο, όμως, που θα πρέπει επίσης να υπομνησθεί είναι ότι ένα σύστημα δεν παραμένει αενάως σε τάξη, αναπροσαρμόζοντας τα στοιχεία του διαρκώς. Απέναντι σ’ αυτή την παλαιότερη μεταφυσική θεώρηση του συστήματος, σήμερα δεχόμαστε ότι και τα κοινωνικά συστήματα διασπώνται, καταστρέφονται η ανα-γεννώνται. Η μαγική λέξη που προκαλεί αυτή την εξέλιξη λέγεται «παγκοσμιοποίηση».

Με βάση τις προηγούμενες θεωρητικές προκείμενες, μπορούμε να κατανοήσουμε τις διαφορετικές κρίσεις του ελληνικού κράτους. Η κρίση του διοικητικού κράτους, επί παραδείγματι, συνιστά μια κρίση  του μεταπολιτευτικού πελατειακού κράτους: Του κράτους το οποίο ευτέλισε το κράτος δικαίου, δημιούργησε έναν πολύπλοκο,  αναποτελεσματικό και αντιοικονομικό κρατικό τομέα με μόνο κριτήριο τη συντήρηση ενός πελατειακού κεκτημένου. Αποφάσεις, δομές, ανθρώπινοι πόροι και προϋπολογισμοί, υποτάχθηκαν στην λογική του πελατειακού κόστους και η ιδεολογικοποίησή τους μέσω μιας λαϊκιστικής αριστερο-δεξιάς αντίληψης που μετέφραζε όλα αυτά ως «κεκτημένα», «δικαιώματα» κ.λπ., δημιούργησε μια διχαστική σύγχυση στο κοινωνικό σώμα, τα επίχαιρα της οποίας εισπράττουμε με οδυνηρό τρόπο καθόλη την περίοδο της κρίσης.  

Τα ίδια ισχύουν και για την κρίση του κοινοβουλίου, των κομμάτων και των δικαστηρίων: Η κλιμακούμενη ανυπακοή στους νόμους και τις αποφάσεις των δικαστηρίων και η απαξίωση των πολιτικών κομμάτων μπορεί να ερμηνευθεί με βάση την προηγούμενη συλλογιστική. Η εντεινόμενη κρίση τους δεν οφείλεται μόνο στην ένταξη των αντιδράσεων αυτών σε μια πολιτική ατζέντα άρνησης του Μνημονίου αλλά και στις εγγενείς αδυναμίες τους που τα έχουν καταστήσει ιδιαίτερα ευάλωτα σε τέτοιου τύπου επιθέσεις. Για παράδειγμα, η επί μακρόν σοβούσα κρίση λειτουργίας του  Κοινοβουλίου το οποίο έχει μετασχηματιστεί σε μηχανισμό επικύρωσης των αποφάσεων της κυβέρνησης, έχει οδηγήσει τόσο τον κοινοβουλευτισμό όσο και το Κοινοβούλιο σε απαξία. Το ίδιο ισχύει και για τα κόμματα, τα οποία προάγουν μόνον εκείνα τα κοινωνικά αιτήματα που συμβαδίζουν με την εσωτερική λογική αυτών των ίδιων, όπως επίσης και για τα δικαστήρια, τα οποία παράγουν με απίστευτη καθυστέρηση αντιφατικές και κακής ποιότητας αποφάσεις, οι οποίες κάθε άλλο παρά ενισχύουν το αίσθημα δικαίου και ασφάλειας.

Εδώ είναι το πρώτο συμπέρασμά μας: Ένα κράτος με αυτά τα προβλήματα περιέρχεται σε κρίση όταν πλέον δεν μπορεί, λόγω εξωτερικών μεταβολών να ανταποκριθεί στις νέες ανάγκες. Τούτο είναι ορατό δια γυμνού οφθαλμού σήμερα: Ούτε το Κοινοβούλιο, ούτε η Διοίκηση ούτε τα Δικαστήρια μπορούν να υποστηρίξουν την προσπάθεια της χώρας να βγει από την κρίση- πολλώ δε μάλλον να μπει σε τροχιά ανάπτυξης. Γι’ αυτό και επείγει να μεταρρυθμιστούν.

Για να καταλήξει, όμως, κανείς σ’ αυτό το συμπέρασμα δεν χρειάζεται να διαθέτει μια ερμηνευτική βάση που να κατανοεί την κρίση ως κρίση του βασικού, αξιακού κώδικα της κοινωνίας. Αρκεί η παλιότερη λειτουργιστική κατανόηση της κρίσης ως επιταχυντή των αλλαγών στο εσωτερικό ενός συστήματος. Όταν, όμως, η κρίση μεταβάλλεται σε υπαρξιακή για το κοινωνικό σύστημα εν γένει, τότε οι προηγούμενες ερμηνείες είναι ατελείς. Όταν, δηλαδή, πλέον οι μεταρρυθμίσεις που απαιτούνται για τον μετασχηματισμό του Κράτους είτε δεν προωθούνται από εκείνο το κοινωνικό υποσύστημα που έχει δημιουργηθεί γι αυτόν ακριβώς τον λόγο, δηλαδή το πολιτικό, είτε το ίδιο το κοινωνικό σώμα τις απορρίπτει, θεωρώντας ότι αυτές ακριβώς  συγκροτούν το πρόβλημα, τότε απαιτείται ευρύτερη ερμηνευτική πλατφόρμα που να αγγίζει τον πυρήνα της ύπαρξης του ίδιου του κοινωνικού συστήματος.

Η Ελλάδα αντιμετωπίζει σήμερα αυτήν ακριβώς την κατάσταση: Κυβέρνηση και πολιτικό σύστημα δείχνουν να μην προτάσσουν τις μεταρρυθμίσεις του Κράτους ως απαραίτητες για την έξοδο από την κρίση, εμμένοντας σε περιοριστικές δημοσιονομικές πολιτικές, άδικες και αδιέξοδες, ενώ το κοινωνικό σώμα ευρισκόμενο σε πλήρη σύγχυση αξιών αντιδρά απορριπτικά σ’ αυτές. Η παραμορφωτική κατανόηση της κατάστασης ένθεν κακείθεν, με το πολιτικό σύστημα να κατηγορεί, εξαπατά και εμπαίζει την κοινωνία και την κοινωνία αν επιρρίπτει το σύνολο των ευθυνών στο πολιτικό σύστημα εμποδίζοντας μια άλλη προσέγγιση, αυτή που η παρούσα μελέτη εισηγείται: Την αναγκαιότητα ενός καθολικού αναστοχασμού που θα προτάξει, και θα ανανοηματοδοτήσει τις αξίες εκείνες του ελληνισμού οι οποίες υποβαθμίσθηκαν, λοιδωρήθηκαν και εν τέλει μετασχηματίσθηκαν σε παράσιτο της  ταυτότητάς μας. Η κατάργηση και παραμόρφωση της μιας πλευράς της ελληνικότητας, δηλαδή  του πατριωτισμού, της αλληλεγγύης, της ανεκτικότητας, και του φιλότιμου, οδήγησε στην ανάδειξη της αγυρτίας, της απατεωνίας, του ξέφρενου ατομικισμού, στην ανάπτυξη των άτυπων/παράτυπων δικτύων, στην αποξένωση από την εργασία, και, εν τέλει, στον βαθύ διχασμό και την απώλεια προσανατολισμού των Ελλήνων. Η άρση των κατασκευασμένων «διαχωριστικών γραμμών» μεταξύ των διαφορετικών κομμάτων, πεποιθήσεων, στάσεων και αντιλήψεων με την συνακόλουθη εξισορρόπησή τους από τις θετικές απωθημένες πλευρές μας, απαιτεί σισύφεια προσπάθεια. Ίσως, όμως, η επαν-ανακάλυψη του άλλου μισού της ταυτότητάς μας να είναι λιγότερο οδυνηρή και επικίνδυνη από την «επαναθεμελίωση του έθνους» («rebuilding nation»), που ακούγεται ολοένα και πιο συχνά το τελευταίο διάστημα.

Εν τέλει, αν η αποκατάσταση της ταυτότητάς μας συνεπάγεται μια υπολογίσιμη διακινδύνευση, η επαναθεμελίωσή μας ως κοινωνίας και κράτους συνιστά μια μη προσδιορίσιμη απειλή.  

 

Newsletter

Sign up to our newsletter.