Η διοικητική μεταρρύθμιση είναι αναγκαία και εφικτή

Συντάχθηκε απο τον/την Παναγιώτης Καρκατσούλης on .

OECDΠαρουσιάζεται η εισήγηση του Π. Καρκατσούλη στο συνέδριο που οργάνωσε η Ένωση Αποφοίτων της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης με αφορμή την συνεργασία με τον ΟΟΣΑ για την έκδοση της έκθεσης του Οργανισμού για την κεντρική διοίκηση στην Ελλάδα, στα ελληνικά. Η έκθεση του ΟΟΣΑ παρουσιάζει τα αποτελέσματα της λειτουργικής αξιολόγησης της κεντρικής διοίκησης και εστιάζει στην οργάνωση και τη λειτουργία της κεντρικής διοίκησης και κυρίως στις κεντρικές υπηρεσίες της κεντρικής διοίκησης οι οποίες αποτελούν ένα μόνο κλάσμα του ελληνικού δημόσιου τομέα. Στην καταγραφή συμμετείχαν 16 ομάδες καταγραφής αποτελούμενες από 189 άτομα. 60% των μελών των ομάδων καταγραφής ήταν απόφοιτοι της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης. Στο πλαίσιο της καταγραφής οργανώθηκαν, μεταξύ άλλων, 5 Ομάδες Εστιασμένης Συζήτησης (FocusGroups) στις οποίες συμμετείχαν συνολικά 50 στελέχη από 5 Υπουργεία και διανεμηθήκαν και συμπληρώθηκαν ηλεκτρονικά 1.057 ερωτηματολόγια 79 ερωτήσεων σχετικά με τις στάσεις και τις απόψεις των δημοσίων υπαλλήλων για τη δημόσια διοίκηση. 

Η έκθεση δεν σχολιάζει τους στόχους των κυβερνητικών πολιτικών αλλά εστιάζει στην αξιολόγηση της αποδοτικότητας και της αποτελεσματικότητας της κεντρικής διοίκησης όσον αφορά την επίτευξη των στόχων αυτών. Βασίζεται κατά κύριο λόγο στα αποτελέσματα της καταγραφής που διενεργήθηκε από τις ομάδες καταγραφής μεταξύ Ιανουαρίου και Ιουλίου 2011. Η έκθεση λαμβάνει υπόψη τον Ελληνικό σχεδιασμό για την «Αναμόρφωση του κράτους και τη δημιουργία ενός επιτελικού κράτους» ο οποίος εφαρμόζεται στο πλαίσιο του Επιχειρησιακού Προγράμματος «Διοικητική Μεταρρύθμιση». 

Σύμφωνα με την έκθεση ακόμα κι αν η κεντρική διοίκηση αποτελεί μόνο ένα μικρό δείγμα του δημόσιου τομέα, εντούτοις βρίσκεται στο επίκεντρο της μεταρρυθμιστικής προσπάθειας. Επισημαίνεται ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει έναν τεράστιο δημόσιο τομέα και ότι η κεντρική διοίκηση μπορεί  δυνητικά να ασκήσει εκτεταμένο έλεγχο στο σύνολό του. Τα συμπεράσματα της έκθεσης δείχνουν ότι συχνά οι ελλείψεις και οι ανεπάρκειες της κεντρικής διοίκησης έχουν την τάση να εκτείνονται στο σύνολο του δημόσιου τομέα. Συγκεκριμένα ο δημόσιος τομέας επηρεάζεται από την ανεπαρκή ικανότητα των Υπουργείων να συντονίσουν τις δράσεις τους, και κυρίως να εφαρμόσουν τις σχεδιαζόμενες μεταρρυθμίσεις.

Η Ελλάδα σήμερα αντιμετωπίζει την πρόκληση της αναγκαιότητας να προχωρήσει σε μεταρρυθμίσεις «υπό πίεση». Θα πρέπει να συνδυάσει άμεσα μέτρα με μακροχρόνιες μεταρρυθμίσεις σχεδόν σε όλο το φάσμα των κυβερνητικών πολιτικών. Αυτή η πίεση μπορεί να αποτελέσει κινητήρια δύναμη για την αλλαγή αλλά από την άλλη μπορεί να οδηγήσει σε παραγκωνισμό ουσιαστικότερων και πιο μακροπρόθεσμων μεταρρυθμίσεων οι οποίες φαίνονται στην παρούσα συγκυρία να είναι λιγότερο επείγουσες. Μια τέτοια μεταρρύθμιση είναι η μεταρρύθμιση της δημόσιας διοίκησης. Αν και υπάρχει γενικότερη συναίνεση για την ανάγκη της μεταρρύθμισης αυτής, οι στόχοι και οι προτεραιότητες δεν είναι ακόμα σαφείς. Αν και έχουν ήδη αποφασιστεί μια σειρά από απαραίτητες ενέργειες, όπως π.χ. αυτές που αφορούν στη μείωση του κόστους απασχόλησης στο δημόσιο τομέα ή την καλύτερη κατανομή των δαπανών, τούτες δεν έχουν ενταχθεί σε μια γενικότερη στρατηγική για τη μεταρρύθμιση της δημόσιας διοίκησης με στόχο:

  • Την αντιμετώπιση των μικροοικονομικών παραγόντων που οδηγούν σε χαμηλή αποδοτικότητα, παραγωγικότητα και αποτελεσματικότητα την κεντρική διοίκηση.
  • Την περαιτέρω προώθηση της διαφάνειας και της λογοδοσίας, ειδικά στα υψηλότερα επίπεδα της ιεραρχίας όπου λαμβάνονται οι αποφάσεις.
  • Την ανάπτυξη του τρόπου σχεδιασμού και εφαρμογής δημόσιων πολιτικών με βάση την τεκμηρίωση και την χρήση δεδομένων.

Στην έκθεση επισημαίνεται ότι ένα σημαντικό μειονέκτημα της Ελληνικής δημόσιας διοίκησης είναι η έλλειψη στοιχείων και δεδομένων που θα αποτελούν τη βάση για τη λήψη των αποφάσεων και την καθημερινή διαχείριση των θεμάτων που διαλαμβάνει η λειτουργία της διοίκησης. Οι διαδικασίες για την συλλογή, σύνθεση και ανάλυση των δεδομένων είναι εξαιρετικά ανεπαρκείς. Στην Ελληνική διοίκηση δεν τηρούνται αρχεία δεδομένων με σκοπό την εξαγωγή από αυτά των κατά περίπτωση χρήσιμων πληροφοριών και γενικότερα δεν υπάρχει καμία ανάπτυξη της διαχείρισης γνώσης. Η χαρτογράφηση της υφιστάμενης κατάστασης που έγινε στο πλαίσιο της λειτουργικής αξιολόγησης ανέδειξε την δυσκολία των προϊσταμένων των υπηρεσιών να παράγουν συστηματικά δεδομένα και πληροφορία. Οι ίδιες οι ομάδες καταγραφής αντιμετώπισαν συχνά προβλήματα στην εύρεση των δεδομένων. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονιστεί ότι η εμπειρία της επιτυχούς άσκησης της καταγραφής κινδυνεύει να μην κεφαλαιοποιηθεί μιας και οι ομάδες καταγραφής προβλέπεται να διαλυθούν μετά την ολοκλήρωση της λειτουργικής αξιολόγησης.

Το ζητούμενο είναι, επομένως, να αλλάξει η πρακτική διαχείρισης γνώσης σε όλα τα επίπεδα της διοίκησης.  Κάτι τέτοιο απαιτεί εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό, χρόνο και (σε μικρότερο βαθμό) χρήματα, τα οποία όλα είναι περιορισμένα στην τρέχουσα στην Ελλάδα. Η συλλογή και ανάλυση δεδομένων θα πρέπει, επομένως να τεθεί σε μια βιώσιμη μακρόπνοη βάση με τα κατάλληλα όργανα και χρηματοδότηση.

Newsletter

Εγγραφείτε στο Newsletter μας.