Εκτύπωση

Ο κοινωνικά νοήμων πολίτης

Συντάχθηκε απο τον/την Παναγιώτης Καρκατσούλης on .

citizenΩς προς το τι προκύπτει από την όσμωση του ορθολογικού με το ανορθολογικό έχουν γραφτεί πολλά και έχουν δοκιμαστεί περισσότερα. Η μίξη του γραπτού με το άγραφο, του τυπικού με το άτυπο, μακράν από το να θεωρείται πλέον παθολογία ή ιδιοτυπία, σήμερα αποτελεί τον βασικό οδηγό παραγωγικότητας και έμπνευσης (και στις δημόσιες οργανώσεις). Η ετερογένεια της ανθρώπινης δράσης απέναντι στην ομοιογένεια των ορθολογικών προτύπων φαίνεται να δημιουργεί ένα υπόδειγμα δρώντος υποκειμένου που δεν συμβαδίζει ούτε με τον ορθολογιστή της «ορθολογικής επιλογής» ούτε με τον ατομιστή του «μεθοδολογικού ατομισμού». Ο κοινωνικά νοήμων πολίτης[1]  δίνει πολύ μεγαλύτερο βάρος στη «διαχείριση των οργανωσιακών ηθών» παρά στην άμεση διαχείριση των ίδιων των δρώντων, σημειώνει ο Piore[2]. Ψάχνει για τις «συστημικές συνέπειες μιας περίπλοκης οργάνωσης». Αναζητούνται λοιπόν, καινοτόμοι managers και ευφάνταστοι εφαρμοστές των κανόνων, πολύ πέραν των εσκαμμένων. Νομιμοποιημένες και αιρετικές τάσεις συμφύρονται με σκοπό την επίτευξη των οργανωσιακών στόχων.

Ακολουθώντας την μεγάλη παράδοση των Durkheim (“patterns of action”) και C. Wright Mills (“Sociological imagination”) ο κοινωνικά νοήμων δρών πολίτης / manager δημιουργεί σχεσιακούς κανόνες προκειμένου να μπορέσει να εννοήσει αλλά και να εφαρμόσει νόρμες, προγράμματα και προσταγές που έχουν παραχθεί σε εργαστηριακά / αποστειρωμένα περιβάλλοντα. Για να γίνει αυτό, πρέπει να «βλέπει» δυνατότητες εκεί όπου οι άλλοι βλέπουν αδιέξοδα, κινητικότητα εκεί που οι άλλοι βλέπουν αδράνεια και ακινησία. Χρειάζεται να διαθέτει μια σχεσιακή μεθοδολογία που να του επιτρέπει τον συσχετισμό των διαφορετικών καταστάσεων και πραγμάτων, μια θεωρία «περισσότερων οκτανίων» - για να θυμηθούμε την εύστοχη μεταφορά του Niklas Luhmann για τη δική του συστημική αυτοαναφορά.

Ο σχεσιακός manager «ανακαλύπτει» τον χώρο μεταξύ τυπικά προβλεπόμενων και καταγεγραμμένων θέσεων/ καθηκόντων και ρόλων συνδέοντάς τες είτε με οργανωσιακά ήθη και αντιλήψεις, είτε με συλλογικές δυναμικές που αναπτύσσονται κατά την εφαρμογή δράσεων ή προγραμμάτων. Πολλά παραδείγματα από διαφορετικές χώρες και εργασιακά περιβάλλοντα το επιβεβαιώνουν, ου μην αλλά και από την Ελλάδα.  Τα ΚΕΠ παλαιότερα και η λειτουργική αξιολόγηση από τα πρόσφατα δείχνουν του λόγου το αληθές: μια κεντρική ιδέα μέσα από αλλεπάλληλους μετασχηματισμούς καταλήγει σε ένα εξαγόμενο με μία ιδιοτυπική ταυτότητα που του επιτρέπει να υπάρξει και να διατηρηθεί στον μέλλοντα χρόνο. Η τελική μορφή του ενεργήματος ενσωματώνει ιδιοσυγκρασιακές αντιλήψεις που αποτελούν την παραγωγική μείξη των εμπειριών και των αντιλήψεων των «άλλων». Στην πρώτη περίπτωση είχαμε μια «υπηρεσία μιας στάσης» ελληνικών προδιαγραφών και στη δεύτερη μια άνευ προηγουμένου ποσοτική και ποιοτική καταγραφή και αξιολόγηση της δημόσιας διοίκησης από τους ίδιους του υπαλλήλους της. Η ερμηνεία αυτών των γεγονότων με βάση την προηγούμενη θεωρητική προσέγγιση αναδεικνύει τον κοινωνικά νοήμονα πολίτη/υπάλληλο/manager σε πραγματιστή, με διάθεση πειραματισμών και ικανότητα προσαρμογής, τονίζει ο S. Coslovsky[3].  

Να τονίσουμε ωστόσο ότι η προσέγγιση του κοινωνικά νοήμονος πολίτη συναντά στο σημείο αυτό το όριό της: Δεχόμενοι ότι αυτός χρησιμοποιεί ο,τιδήποτε προκειμένου να πετύχει τον οργανωσιακό του σκοπό, διερωτάται κανείς ποιά είναι η διαφορά του από το δίδυμο του Merton[4] ο οποίος παρατηρούσε ότι τόσο η παράνομη βία όσο και ο καινοφανής τρόπος αντιμετώπισής της, συνιστούν αμφότερα αντισυμβατικά μέσα για την επιδίωξη ενός “πολιτισμικά επιδοκιμαζόμενου σκοπού”. Αυτή η αναφορά του άνοιξε το δρόμο ούτως ώστε η παλέτα των δυνατοτήτων του υποκειμένου να συναντήσει στη θεωρία των αυτοαναφερομένων συστημάτων τις αντίστοιχες δυνατότητες της οργάνωσης, όπως αποτυπώνονται στα βασικά της μεγέθη (στόχοι, δομές, προϋπολογισμός κ.λπ.). Αυτά αποτελούν, όχι πλέον εξωτερικά όρια αλλά κατηγορήματα της ίδιας της οργάνωσης. Στο σημείο διεπαφής τους δεν υπάρχουν παρά κοινά νοήματα, επικοινωνίες που λειτουργούν ως συγκολλητική ουσία μεταξύ τους, συγκροτώντας την ιδιοτυπική ταυτότητα της οργάνωσης.

Αν αυτή η πλευρά της θεωρίας έχει ακαδημαϊκό ενδιαφέρον για όσους αρέσκονται στα κανονιστικά και μόνο προτάγματα, έχει, κατά τη γνώμη μας, ακόμα μεγαλύτερο ενδιαφέρον όσον αφορά τη διοικητική και πολιτική πρακτική. Φαντάζει ως μια πολλά υποσχόμενη προσέγγιση απέναντι στον ισοπεδωτικό και αδιέξοδο διοικητισμό που εγχώριες και αλλότριες δυνάμει έχουν επιβάλλει, ιδίως, στον τόπο μας. Ας την δοκιμάσουμε λοιπόν!


[1] Σκέψεις επ’ ευκαιρία της ανάγνωσης του αφιερώματος του “Regulation and Governance” (2011)5 στον «κοινωνικά νοήμονα πολίτη» (sociological citizen) και στη «σχεσιακή ρύθμιση» (relational regulation). Ως «κοινωνικά νοήμων πολίτης» αποδόθηκε ο όρος “sociological citizen”, δηλαδή ο κοινωνικά ευαίσθητος πολίτης που «βλέπει» την μεγαλύτερη εικόνα κάθε κατάστασης και τις σχέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ των δρώντων. Ο κοινωνικά νοήμων πολίτης προσαρμόζει τη συμπεριφορά σε αυτό το σχεσιακό περιβάλλον επιδιώκοντας την επίτευξη οργανωσιακών στόχων εκμεταλλευόμενος την εκάστοτε κοινωνική δυναμική.

[2] Piore, M. J. (2011), Beyond Markets: Sociology, street-level bureaucracy, and the management of the public sector. Regulation & Governance, 5: 145–164.

[3] S. Coslovsky και R. Pires, Τhe pragmatic politics of regulatory enforcement, Jerusalem Papers in Regulation & Governance Working Paper No. 29, December 2010

[4] On Social Structure and Science, The University of Chicago Press: Chicago

Newsletter

Εγγραφείτε στο Newsletter μας.