Εκτύπωση

Λάθος απόφαση ή δείγμα γραφής;

Συντάχθηκε απο τον/την Παναγιώτης Καρκατσούλης on .

-E2OjkΔημόσιες οργανώσεις συμβολικού σκοπού δεν έχουμε μόνον εμείς στην Ελλάδα. Είχαν και έχουν κι άλλοι. Οι Γερμανοί, για παράδειγμα, διατηρούσαν ένα υπουργείο ενδο-γερμανικών υποθέσεων στα χρόνια που υπήρχε Δυτική και Ανατολική Γερμανία. Ο σκοπός του ήταν να υπενθυμίζει ότι η γερμανική πατρίδα είναι μια και, γι’ αυτό, έπρεπε να υπάρχει μια διαρκής επικοινωνία, έστω συμβολική, ανάμεσα στις δύο Γερμανίες. Όταν οι Γερμανίες ενώθηκαν, το υπουργείο ενδο-γερμανικών υποθέσεων έπαψε να υπάρχει. Όταν εμείς δημιουργήσαμε το Υπουργείο Μακεδονίας-Θράκης και το Υπουργείο Αιγαίου ξέραμε ότι αυτά θα ήταν περισσότερο συμβολικά παρά πραγματικά υπουργεία. Αποτελούσαν την απάντησή μας στις πιέσεις και τις απειλές που δεχόμασταν από τους γείτονές μας. Ήταν μια δήλωση βουλήσεως για την προάσπιση της Μακεδονίας και του Αιγαίου

Δεν ξέρω κατά πόσον οι γείτονες, πράγματι, πήραν στα σοβαρά την ιδιότυπη αυτή δήλωση αποφασιστικότητας σε σχέση με την προστασία των περιοχών μας. Ξέρω, όμως, ότι εμείς δημιουργήσαμε, σίγουρα, δύο ψευδο-δομές με μηδενική προστιθέμενη αξία στην διακυβέρνηση, τόσο την κεντρική όσο και την περιφερειακή και την τοπική. Οι αρμοδιότητές τους είναι, εν πολλοίς, πλασματικές, αποσπασματικές, επικαλυπτόμενες με τις αντίστοιχες των Περιφερειών αλλά και των ΟΤΑ. Δεν είναι ούτε κράτος ούτε αυτοδιοίκηση ούτε και διαχειριστική αρχή.

Πρέπει παρ’ όλα αυτά, να υπομνησθεί ότι όταν πέρασαν απ’ αυτά τα Υπουργεία φωτισμένοι και ικανοί πολιτικοί κατάφεραν να σηματοδοτήσουν την ανάγκη δημιουργίας διαφορετικών πολιτικών από τις κάθετες, καθ’ ύλην προσδιορισμένες, αποσπασματικές και λεπτομερειακές αρμοδιότητες (υπό τις οποίες υποκρύπτονται οι πολιτικές). Για παράδειγμα, το Υπουργείο Αιγαίου έθεσε και προώθησε σημαντικά σε επίπεδο ΕΕ το θέμα της νησιωτικότητας. Νησιωτικές πολιτικές, βεβαίως, δεν αποκτήσαμε αλλά μέσω του Υπουργείου υπήρξε μια μεγαλύτερη πληροφόρηση και, ενδεχομένως, ευαισθητοποίηση των πολιτών σε σχέση με το μείζον αυτό θέμα.

Βεβαίως, το βαθύ πελατειακό κράτος σε αγαστή σχέση με την ελληνική αβελτηρία, επικαθόρισε την τύχη των δύο δομών. Παρ’ όλον ότι οι συγκυριακοί λόγοι που επέβαλαν την δημιουργία τους παρείλκυσαν, οι δομές παρέμειναν. Αποτελούν αποθετήριο μερικών ακόμη μετακλητών, φιλόδοξων πολιτικών που βλέπουν τις δομές αυτές ως εφαλτήριο για μια καλύτερη θέση. Σήμερα, πάντως, θεωρείται αυτονόητο ότι τα υπουργεία-φαντάσματα υπάρχουν όπως υπάρχουν και οι επικεφαλής υπουργοί τους. Αυτοί μπορεί, μεν, να μην έχουν να επιδείξουν κάποιο έργο που να δικαιολογεί την παχυλή αντιμισθία τους πλην όμως η κοινή γνώμη εθισμένη στην ύπαρξή τους δεν αντιδρά.

Ο μιθριδατισμός, όμως, απέναντι σε μια παθολογική κατάσταση έχει πάντα μια κακή, μια χειρότερη εξέλιξη. Τέτοια ήταν η έμπνευση-απόφαση του κ. Τσίπρα να δημιουργήσει το Παράρτημα του Γραφείου Πρωθυπουργού στη Θεσσαλονίκη.

Κίνηση, διοικητικά, απολύτως εσφαλμένη, αφού δεν υπάρχει καμία δημόσια πολιτική που να δικαιολογεί την ύπαρξη αυτής της δομής. Περαιτέρω, η δομή αυτή είναι εξώφθαλμα επιβλαβής, αφού τα κονδύλια που απαιτούνται για την συντήρησή της θα μπορούσαν να καλύψουν κάποιες από τις πολλές υποχρηματοδοτούμενες δραστηριότητες στην έρευνα ή την προώθηση της επιχιερηματικότητας στη Β. Ελλάδα. Προεχόντως και κυρίως, όμως, αποτέλεσε μια κίνηση ύπατης κομματοκρατίας, παρεοκρατίας και φαυλότητας. Ήταν μια άχρηστη υπηρεσία στην οποία ο κ. Τσίπρας τοποθέτησε μια ευνοούμενή του, εξασφαλίζοντάς της πολιτική καριέρα.

Κι αν όλα αυτά ήταν, σχεδόν αυτονόητα για την αριστερο-δεξιά των Τσιπροκαμμένων, ποιος προεξοφλούσε ότι θα ήταν το ίδο αυτονόητα για τη ΝΔ του κ. Μητσοτάκη; Ποιός μπορούσε να πει κατηγορηματικά ότι με την ίδια ωμότητα που ο κ.Τσίπρας τοποθέτησε στην άχρηστη και επιζήμια εκείνη θέση την κ. Νοτοπούλου θα τοποθετούσε ο κ. Μητσοτάκης την κ. Αντωνίου;

Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, προσπαθώντας να δικαιολογήσει την απόφαση του κ. Μητσοτάκη ανέφερε ότι η κ. Αντωνίου θα προωθήσει το…branding της Μακεδονίας. Κι έτσι το έκανε ακόμη χειρότερο. Διότι όσοι στοιχειωδώς γνωρίζουν από «branding» ξέρουν ότι πρόκειται για μαι εξαιρετικά περίπλοκη και δαπανηρή υπόθεση την οποία, σίγουρα, δεν μπορεί να φέρει εις πέρας το παράρτημα του γραφείου του πρωθυπουργού. Δεν ρωτάνε, τουλάχιστον, φορείς με γνώση και εμπειρία στο θέμα, όπως ο ΕΟΤ, για να αποφύγουν την αμετροέπεια;

Για όλους όσους διατυπώνουν ευθαρσώς την αντίθεσή τους με την κυβερνητική απόφαση, ένα είναι το ερώτημα: Η συγκεκριμένη απόφαση είναι, απλώς, μια λάθος απόφαση (που πρέπει, ωσονούπω, να διορθωθεί) η ένα δείγμα γραφής για την άσκηση μιας ακόμη πελατειακής διακυβέρνησης;

Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Φιλελεύθερος" στις 21 Αυγούστου 2019.

Newsletter

Εγγραφείτε στο Newsletter μας.