Εκτύπωση

Πλαστογραφώντας τις μεταρρυθμίσεις

Συντάχθηκε απο τον/την Παναγιώτης Καρκατσούλης on .

OBCAAV0Το κύμα συμπάθειας που εκδηλώθηκε με αφορμή την βαριά καταδίκη της καθαρίστριας του σχολείου στον Βόλο για ένα αδίκημα που η κοινωνική του απαξία είναι σαφώς μικρότερη, έδειξε, για πολλοστή φορά, ότι το θετό δίκαιο πρέπει να συμβαδίζει με το φυσικό δίκαιο. Παλαιά η συζήτηση και ατέρμονη αλλά, διαρκώς, επίκαιρη. Τώρα, που «έκατσε ο κουρνιαχτός» της συγκεκριμένης υπόθεσης, μπορούμε να ψηλαφήσουμε το θέμα των πλαστών πτυχίων και βεβαιώσεων στις πραγματικές του διαστάσεις. Σπεύδω να υπογραμμίσω ότι υπό το λήμμα «πλαστά πτυχία» υποκρύπτεται το πολύ σοβαρό ζήτημα της μη αξιοποίησης των ανθρώπων που έχουν γνήσια πτυχία. Το γεγονός αυτό δεν αποτελεί είδηση και είναι απίθανο να ξεσηκώσει κύμα συμπάθειας στην κοινή γνώμη.

Ας ξεκινήσουμε, όμως, με την ποσοτική διάσταση των πλαστών. Εάν αθροίσουμε στα διακριβωμένα πλαστά πτυχία (1737) και εκείνα που βρίσκονται, ακόμη, υπό διερεύνηση (2002), αυτά ισοδυναμούν με το 0.5% των πτυχίων όλων των κατηγοριών και βαθμίδων. Μιλάμε για ένα απολύτως περιθωριακό φαινόμενο το οποίο, σε καμία περίπτωση, δεν χαρακτηρίζει την ελληνική δημόσια διοίκηση. Οι περισσότερο πλαστογραφημένοι τίτλοι είναι τα απολυτήρια της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (849), ακολουθούμενα από πανεπιστημιακά πτυχία (461). Η πλειονότητα των πλαστών πτυχίων καταγράφεται στον χώρο ευθύνης του Υπουργείου Υγείας (449) όπου, λόγω της προφανούς απαξίας της πράξης, το έγκλημα αποκτά πολύ μεγαλύτερες διαστάσεις σε σχέση με τα πτυχία που πλαστογραφούνται για τους Δήμους ή τις ΔΕΚΟ. Από τις 1737 εκδικασθείσες υποθέσεις, στο ακροατήριο εστάλησαν 599 και στην πειθαρχική διαδικασία 423. Ανάκληση διορισμού-προσέξτε-έγινε, όμως, μόνο σε 476 περιπτώσεις. Το σημείο αυτό θα πρέπει να επανεξεταστεί από τον νομοθέτη διότι, προφανώς, εδώ, δεν συμβαδίζει το κοινό περί δικαίου αίσθημα με τις επιεικείς ποινές που επιβάλλονται.

Το θέμα των πλαστών πτυχίων θα μπορούσε να τελειώσει στο σημείο αυτό και να παραπεμφθεί στην πάγια λειτουργία των διοικητικών οργάνων, εάν υπήρχε μια ξεκάθαρη τοποθέτηση των πολιτικών κομμάτων εξουσίας ότι, εφεξής, όποιος κι αν είναι ο κάτοχος του πλαστού και για όποιον λόγο κι αν διέπραξε το συγκεκριμένο έγκλημα, θα πρέπει να απολύεται από το δημόσιο. Αλλά αυτή η τοποθέτηση δεν υπάρχει κι έτσι δεν τελειώνει και το θέμα. Ιδιαίτερα απρόθυμη είναι η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, στης οποίας το ιδεολογικό οπλοστάσιο ανήκει η ανοχή και υπόθαλψη παραβατικών και εγκληματικών συμπεριφορών. Αντιστρόφως ανάλογη, βεβαίως, είναι η εκ μέρους τους άκοπη υποστήριξη των καθαριστριών απανταχού της επικράτειας.

Η καλύτερη αντιμετώπιση των πλαστών και των πλαστογράφων μπορεί να γίνει από τους ίδιους τους συναδέλφους τους στο πλαίσιο μιας έντιμης αξιολόγησης. Αλλά η αξιολόγηση παραπέμπει, με τη σειρά της, στην ανάπτυξη του ανθρώπινου δυναμικού, για την οποία καμία μεταρρύθμιση δεν επιχειρήθηκε τα τελευταία χρόνια. Αντιθέτως, αξιόλογο ανθρώπινο δυναμικό απαξιώνεται και φυλλοροεί, εγκαταλείποντας το δημόσιο, το οποίο μεταβάλλεται, βαθμηδόν, σε μια «αποθήκη» μισθοδοτούμενων με χαμηλά προσόντα. Μια πορεία που οδηγεί με ασφάλεια πίσω στην δεκαετία 50.

Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στον Φιλελεύθερο στις 3 Δεκεμβρίου 2018.

Newsletter

Εγγραφείτε στο Newsletter μας.