Εκτύπωση

Λάθος Ευρώπη, λάθος Μνημόνιο, λάθος Κυβέρνηση

Συντάχθηκε απο τον/την Παναγιώτης Καρκατσούλης on .

PelateiakoΑν υπάρχει περίπτωση η ατάκα του Γκυ Φέρχοφσταντ «λάθος Ευρώπη, λάθος μνημόνιο, λάθος κυβέρνηση» να έχει πεδίο εφαρμογής, τότε η τάλαινα ελληνική δημόσια διοίκηση αποτελεί το πιο πρόσφορο. Προσέξτε: Μια εφημερίδα ανακοινώνει ότι, σύμφωνα με το ρεπορτάζ της, επίκεινται απολύσεις δημοσίων υπαλλήλων. Η καλή εφημερίδα σκέφτηκε ότι σε χαλεπούς καιρούς για τις πωλήσεις, ένας τίτλος που «πουλάει» μπορεί να βοηθήσει. Και το θέμα των απολύσεων πουλάει, σίγουρα. Από την άλλη, η αρμόδια Υπουργός ανακοίνωσε ότι οι απολύσεις δεν συμπεριλαμβάνονται στις εκκρεμότητες της δεύτερης αξιολόγησης και, ως εκ τούτου, το δημοσίευμα είναι ανυπόστατο. Άλλο, συναφές: Από παντού ακούγεται ότι επίκειται «τέταρτο μνημόνιο». Ο Υπουργός Επκρατείας κ. Φλαμπουράρης μας διαβεβαιώνει ότι τέταρτο μνημόνιο δεν θα υπάρξει, γιατί, κατά τον θυμόσοφο γέροντα, «μνημόνιο σημαίνει μέτρα». Προφανώς η παραχώρηση της δημόσιας περιουσίας ή η επιτροπεία, ειδική ή γενική, δεν είναι μνημόνιο, άρα, τι χρείαν έχομεν μαρτύρων; Οι όποιες εκδουλεύσεις του εθνικολαϊκιστικού μορφώματος έναντι των δανειστών έχουν προκαταβολικά συγχωρηθεί.

Αυτές οι μικρές ιστορίες δεν θα άξιζαν καν το χρόνο που πήραν για να γραφτούν, εάν τις θεωρήσει κανείς ως δύο ακόμη ιστορίες ευτέλειας της πολιτικής την εποχή των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ. Ποιος θα πιστέψει τις διαψεύσεις μιας καθ’ εξιν και κατ’ επάγγελμα αναξιόπιστης και ανυπόληπτης κυβέρνησης που έκανε το ψέμα και την κωλοτούμπα έμβλημά της; Προφανώς, ενδέχεται να υπάρξουν πιέσεις για απολύσεις και τυφλές περικοπές (όπως και στο παρελθόν) και προφανώς μια κυβέρνηση που δέχθηκε έναν εξωφρενικό ΦΠΑ στα νησιά και επέβαλε την προκαταβολή φόρου ως φυσιολογική συμπεριφορά στη σχέση φορολογούμενων και κράτους, δεν θα ορρωδήσει σε όποιες προκρούστειες πολιτικές απαιτηθούν, εφεξής. Εννοείται, ότι πέραν της δουλικότητας και της υποταγής δεν περιμένει κανένας Έλληνας από αυτή την κυβέρνηση να εμφανίσει ένα εθνικό σχέδιο ανασυγκρότησης- ζητούμενο κι αυτό από το πρώτο μνημόνιο, δυστυχώς.

Θεωρώ, όμως, ότι αξίζει να εκλάβουμε ως ευκαιρία αυτές τις ιστορίες, προκειμένου να επισημάνουμε το συνεχιζόμενο σφάλμα, το οποίο, μπορεί να αποβεί απολύτως κρίσιμο για το μέλλον μας. Ούτε στο πρώτο ούτε στο δεύτερο ούτε στο τρίτο μνημόνιο δεν υπήρξε ένα συνεκτικό πρόγραμμα δράσεων που θα αντιμετώπιζε το πελατειακό κράτος- το καθολικά αναγνωριζόμενο ως πρώτιστη αιτία της ελληνικής χρεωκοπίας. Το πρόβλημα της χώρας γινόταν και συνεχίζει ακόμη και σήμερα να γίνεται αντιληπτό μ’ έναν λογιστικό τρόπο. Η προσπάθεια επικεντρώνεται στη θεραπεία των συμπτωμάτων όχι στην αιτία του προβλήματος. Αυτό ήταν βολικό για όλους: Για τις εθνικές κυβερνήσεις και τα κόμματα για τις οποία η σωτηρία του πελατειακού κράτους αποτελεί τη λυδία λίθο της ύπαρξής τους και η κατάργησή του θα ισοδυναμούσε με την δική τους κατάργηση. Για τους δανειστές, επίσης, οι οποίοι δεν ενδιαφέρονται ποσώς για την θεραπεία του πραγματικού προβλήματος της Ελλάδας αλλά μόνον για την είσπραξη των δανεικών τους. Αλλά και για το «χαζοχαρούμενο» μνημόνιο, κάτι μεταξύ προγράμματος και σχολικής άσκησης, το οποίο δεν στηρίζεται ούτε εφαρμόζει καμία από τις γνωστές αρχές του μάνατζμεντ ή έστω της κοινής λογικής (πείτε μου ένα άλλο πρόγραμμα στο οποίο η έμφαση να δίνεται στην ψήφιση κι όχι στην εφαρμογή μιας πολιτικής).

Υπήρξαν, βεβαίως, όλα αυτά τα χρόνια σκόρπιες αλλαγές στη λειτουργία ορισμένων δημοσίων υπηρεσιών που βελτίωσαν την λειτουργικότητά τους. Σ΄ αυτές συγκαταλέγονται, για παράδειγμα, οι εφορίες. Αυτές, όμως, δεν μπόρεσαν ούτε μπορούν να προκαλέσουν την ανατροπή των γενεσιουργών αιτίων του πελατειασμού. Δεν μπορούν να ανατρέψουν, για παράδειγμα, το γεγονός ότι η ανυπαρξία ενός σχεδίου δράσης για κάθε υπηρεσία δεν επιτρέπει στον φορολογούμενο πολίτη να γνωρίζει ποιος κάνει τί και γιατί αμοίβεται. Δεν επιτρέπεται, απλά, να ξέρουμε πού πάνε τα λεφτά μας, Ακόμη κι αν στη Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων υπάρχει στοχοθεσία και μπόνους για την απόδοση των υπαλλήλων της, αυτό δεν σημαίνει, καθόλου, ότι οι λοιπές δημόσιες οργανώσεις κάνουν το ίδιο. Συμβαίνει, μάλιστα, ακριβώς το αντίστροφο. Τα πετυχημένα παραδείγματα παραμένουν νησίδες απομονωμένες κι όχι καλές πρακτικές για τους άλλους. Γιατί, όμως, συμβαίνει αυτό; Μα, επειδή το πελατειακό σύστημα έχει πετύχει σε ρυθμιστικό επίπεδο, να μην υπάρχει κύρωση για όποια δημόσια υπηρεσία ή υπάλληλο είναι αντιπαραγωγικοί ή κατασπαταλούν τα χρήματα των φορολογουμένων. Ούτε το Σύνταγμα ούτε οι κοινοί νόμοι επιτάσσουν να είναι οι δημόσιες υπηρεσίες παραγωγικές και να λειτουργούν κατ’ οικονομία. Μα, ακόμη κι αν υπήρχε, αύριο, η πρόνοια, ποιος θα αξιολογούσε την παραγωγικότητα των φορέων και των υπαλλήλων; Οι ίδιοι οι Υπουργοί ή οι επικεφαλής των οργανισμών των διορισμένων απ’ αυτούς; Λείπουν οι ρυθμίσεις, τα εργαλεία και τα πρόσωπα για την εφαρμογή μιας πολιτικής βελτίωσης της παραγωγικότητας των δημοσίων οργανώσεων. Το ίδιο ισχύει και σ’ ένα άλλο παράδειγμα. Το δημόσιο διαθέτει πολλούς άξιους και ακέραιους λειτουργούς που διαπρέπουν από καιρού εις καιρόν στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι, ακόμη κι αν θέλουν να προσφέρουν στις υπηρεσίες τους, παραμένουν ακυρωμένοι, όχι μόνον επειδή δεν υπάρχει σύστημα αξιολόγησης της εργασίας τους αλλά κι επειδή το πελατειακό σύστημα έχει δημιουργήσει μια σειρά αντικινήτρων, ώστε να αποθαρρύνει όποιον το προσπαθεί. Αυτό δεν θα άλλαζε μ’ ένα απλό σύστημα αξιολόγησης ούτε με κάποιους ψιλο-ανεξάρτητους από την κυβέρνηση Γενικούς Γραμματείς αλλά με μια Ανεξάρτητη Αρχή υπεύθυνη για το σύνολο της πορείας των εργαζομένων στο δημόσιο, απολύτως αποκομμένη από την κεντρική κυβέρνηση. Μόνον εάν κάθε δεσμός που συνδέει τη διοίκηση με τα πελατειακά πολιτικά κόμματα κοπεί, μόνο τότε θα μπορέσει να δημιουργηθεί το αντι-πελατειακό κράτος. Σκεφθείτε ότι σήμερα η κεντρική μηχανή παραγωγής πελατειακών δεσμών είναι η Βουλή. Τα πελατειακά κόμματα προωθούν τις άθλιες τροπολογίες με τις οποίες εξυπηρετούνται τα ρουσφέτια και οι χάρες των πελατών τους. Μετά από κόπους και πιέσεις ψηφίσθηκε ένας νόμος για την καλή νομοθέτηση το εύρος του οποίου, όμως, δεν καταλαμβάνει τα interna corporis. Εάν υπήρχε, όμως, ένα συνταγματικό δικαστήριο που αυτόκλητα θα επιλαμβανόταν του ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων, τότε θα σταμάταγε το όνειδος αυτό το οποίο διασύρει την ποιότητα της ελληνικής ρυθμιστικής παραγωγής.

Όταν αποκαλύπτεται το εύρος του προβλήματος πολλοί, Έλληνες και ξένοι, σηκώνουν τα χέρια ψηλά. Σαν να βρίσκονται μπροστά στην εκδήλωση μιας ανίατης ασθένειας. Και στα χρόνια της κρίσης, πολλές φορές, πολλοί από τους δανειστές που ήταν καλοπροαίρετοι δεν είχαν ούτε τη γνώση ούτε τη διάθεση να συναλλαχθούν μ’ ένα διαφορετικό από εκείνο της Δύσης μοντέλο οργάνωσης και διοίκησης κράτους, γιατί, εν τέλει, το πελατειακό κράτος δεν έχει να κάνει μόνο με τους διορισμούς των κολλητών αλλά διατρέχει και επικθορίζει το σύνολο της διακυβέρνησης.

Κι έτσι, σήμερα, ξαναβρισκόμαστε στην αρχή του προβλήματος. Ποιοι θα αναλάβουν να διατυπώσουν τις πέντε βασικές αρχές ενός μη πελατειακού ελληνικού κράτους; Και ποιοι θα εκπονήσουν ένα πρόγραμμα το οποίο θα καθαρίσει την κόπρο του Αυγείου; Πως θα προκύψει μέσα από το παλιό το καινούργιο; Και ποιοι θα είναι εκείνοι που θα κληθούν να το εφαρμόσουν; Η δική μας απάντηση είναι ότι αυτό δεν μπορεί να γίνει με τους γνωστούς πολιτικούς σχηματισμούς που κυβέρνησαν και κυβερνούν. Πρέπει να υπάρξει στοίχιση γύρω από νέες πολιτικές δυνάμεις, όπως το Ποτάμι, που θα αποτελέσουν τον πόλο έλξης των μεταρρυθμιστών οι οποίοι, μόνοι αυτοί, θα εγγυηθούν και θα πραγματοποιήσουν το μεγάλο άλμα.

Newsletter

Εγγραφείτε στο Newsletter μας.