Εκτύπωση

Σκωτία - Ελλάδα: Ομοιότητες;

Συντάχθηκε απο τον/την Παναγιώτης Καρκατσούλης on .

braveheartTι κοινό έχουν η Σκωτία και η Ελλάδα; Εκ πρώτης, πέραν των σκωτσέζικων ντους στα οποία μας υποβάλλουν οι δανειστές μας, μάλλον τίποτα... Μια εγγύτερη, όμως, εξέταση των τεκταινoμένων εκεί και εδώ μπορεί να αναδείξει ενδιαφέρουσες ομοιότητες. Ας ξεκινήσουμε με τη Σκωτία: Τόσο η διαδικασία όσο και το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος για την ανεξαρτησία της,  διαβάστηκε από πολλούς με όρους δεκάτου ενάτου αιώνα: Πανηγυρίζουν όσοι είναι πεισμένοι ότι θα ήταν κακό μέγα η «απόσχιση/αποκόλληση» της Σκωτίας από το Ηνωμένο Βασίλειο. Άνοδος στα χρηματιστήρια, επειδή η Σκωτία επέλεξε την ενσωμάτωση αντί της εθνικής ανεξαρτησίας. Χαριεντίζονται διάφοροι σχετικοί και άσχετοι για τη «νίκη» ή εκφράζουν την λύπη τους για την «ήττα». Αυτά ήταν, κατά βάση, τα μονοσήμαντα μηνύματα που είδαν πολλοί στο αποτέλεσμα. Σημαντικό θεωρήθηκε, εν τέλει, το ότι η Σκωτία δεν απέκτησε μια δική της Κυβέρνηση η οποία θα μπορούσε να λαμβάνει αποφάσεις χωρίς την έγκριση της κυβέρνησης του Ηνωμένου Βασιλείου.

Από την άλλη, η Ελλάδα «αντιμετώπισε» μια δεινή κρίση από την οποία «βγαίνει» έχοντας δρομολογήσει μεγάλης έκτασης αλλαγές που συμποσούνται σε οδυνηρές οριζόντιες περικοπές και υπερ-φορολόγηση. Μια σειρά ψευδο-μεταρρυθμίσεων δεν είναι ικανές να αλλάξουν τον τρόπο λειτουργίας και οργάνωσης του πελατειακού συστήματος το οποίο εγκατεστημένο επί εκατονταετίες  διασφαλίζει την αναπαραγωγή ενός φαύλου πολιτικού συστήματος. Και στην ελληνική περίπτωση, υπάρχουν εκείνοι οι οποίοι χειροκροτούν για την σημαντική πρόοδο που έχει κάνει η χώρα, καθώς και για την πρόοδο που έχει σημειωθεί στις μεταρρυθμίσεις. Υπάρχουν, βεβαίως, κι εκείνοι που περιμένουν τον Αρμαγεδώνα και μετακινούν διαρκώς την ημέρα και ώρα της έλευσής του.

Θεωρώ τις ερμηνείες αυτές καταφανώς εσφαλμένες και παραπειστικές. Επίσης, τα διλλήμματα επί των οποίων έχουν οικοδομηθεί οι προηγούμενες απαντήσεις  είναι ξεπερασμένα, με ελάχιστη συνεισφορά στην κατανόηση και ερμηνεία της περιπλοκότητας του σημερινού κόσμου αλλά και παρελκυστικά, αφού, εν τέλει, δεν θεραπεύουν τα προβλήματα ούτε βοηθούν στον εντοπισμό τους με αποτέλεσμα αυτά, συν τω χρόνω, να διογκώνονται και να απαιτούν πολύ μεγαλύτερη προσπάθεια και πόρους για την επίλυσή τους.

Έχω μια διαφορετική ερμηνεία τόσο για την ψήφο των Σκωτσέζων όσο και για τους ημεδαπούς κήνσορες της «ανεξαρτησίας» και της «εθνικής κυριαρχίας» μας. Θεωρώ ότι και οι δύο περιπτώσεις έχουν να κάνουν με προβλήματα/παθολογίες λειτουργικής ενσωμάτωσης τμημάτων/μερών ενός συστήματος σ’ αυτό το ίδιο και όχι με τις δομικές αρρυθμίες του.

Με δεδομένη την ελληνική δομο-λαγνεία πρέπει , μάλλον, να εξηγηθώ: Αντιλαμβάνομαι τις δομές μόνον ως αποτέλεσμα της σταθεροποίησης των εσωτερικών λειτουργιών ενός συστήματος- και όχι το ανάποδο: Δεν δημιουργεί η δομή λειτουργίες αλλά οι λειτουργίες, δομή. Παράδειγμα: Η Διεύθυνση Πολεοδομίας σε έναν Δήμο, για παράδειγμα, υφίσταται διότι έχει κριθεί προηγουμένως ότι οι πολεοδομικές άδειες θα πρέπει να ελέγχονται και να επικυρώνονται με έναν σταθερό, ομοιόμορφο τρόπο από κάποιους οι οποίοι θα είναι ενταγμένοι σε ένα σταθερό σχήμα και το οποίο, λειτουργεί, εν τέλει, νομιμοποιητικά τόσο για τους ίδιους όσο και για την δουλειά που κάνουν. Είναι πολύ σημαντικό να μπορεί μια δομή να εξυπηρετεί την λειτουργία υπέρ και χάριν της οποίας υφίσταται. Σε διαφορετική περίπτωση ακυρώνονται οι θεσμοθετημένες λειτουργίες, αναπτύσσονται άλλες, άτυπες οι οποίες οδηγούν με τη σειρά τους σε άτυπες δομές οι οποίες παράγουν μη ελέγξιμα (άτυπα, επίσης) αποτελέσματα. Πλην, όμως, μια δομή από μόνη της, ακόμη κι αν δεν είναι παθολογική, δεν μπορεί να διορθώσει ή να λύσει διοικητικά προβλήματα. Η επιβίωση/διατήρηση δομών που έχουν ανεξαρτητοποιηθεί από συγκεκριμένες λειτουργίες (νοούμενες είτε ως κανονιστικά προσδιοριζόμενες αρμοδιότητες είτε ως εκροές/αποτελέσματα) δεν δημιουργεί μόνον μια άχρηστη γραφειοκρατία, αλλά επιβαρύνει με το κόστος συντήρησής της και τον κρατικό προϋπολογισμό. Η διατυμπανιζόμενη, δηλαδή, μείωση των δομών της ελληνικής κεντρικής διοίκησης με την δημιουργία νέων «οργανογραμμάτων» μπορεί να έχει κάποια βραχυπρόθεσμα θετικά αποτελέσματα (υπό την έννοια της περιστολής επιδομάτων θέσεων, κατά βάση) πλήν όμως δεν αντιμετωπίζει ριζικά το πρόβλημα του δομικού πληθωρισμού.

Το ίδιο και για τη Σκωτία: Αντιλαμβάνομαι ότι ζητούμενο εκεί είναι η λειτουργική βελτίωση τόσο των πολιτικών που σχεδιάζονται, κυρίως, στο Λονδίνο όσο και η αναβάθμιση του συστήματος λήψης απόφάσεων το οποίο πρέπει να διαθέτει τη μέγιστη δυνατή αυτονομία. Βεβαίως, η προηγούμενη ισορροπία και συνύπαρξη των τεσσάρων βασιλείων στο Ηνωμένο Βασίλειο δεν στηριζόταν σ’ αυτές τις αρχές αλλά περισσότερο σε μια λογική κέντρου-περιφέρειας, σύμφωνα με την οποία το κέντρο παραχωρεί περισσότερες ή λιγώτερες αρμοδιότητες στην περιφέρεια. Η νέα συνθήκη επιβάλλει την (απόλυτη) δομική αυτονομία όχι μόνο της Σκωτίας αλλά και των λοιπών βασιλείων με την ταυτόχρονη, όμως, λειτουργική ενδυνάμωση του Ηνωμένου Βασιλείου. Πως μπορεί να επιτευχθεί αυτό; Μα με την ύπαρξη πολλών ισοδύναμων κέντρων τα οποία θα λειτουργούν υπό τον ίδιο κώδικα αναφοράς. Το Ηνωμένο Βασίλειο θα εγγυάται την τήρηση των κανόνων αυτών όχι υπό την έννοια μιας δομής ανεξάρτητης των λοιπών κοινοβουλευτικών και κυβερνητικών αλλά υπό την έννοια της εγγύησης μιας διαδικαστικής νομιμοποίησης των αποφάσεων των 4 βασιλείων.  

Πόσο ιδεατό είναι το μοντέλο αυτό που περιγράφουμε; Καθόλου, είναι η απάντηση. Οι αλλαγές, μετατοπίσεις και μετεξελίξεις που οδηγούν σε μια νέα σχέση δομών και λειτουργιών έχουν ΗΔΗ επισυμβεί. Το πολιτικό σύστημα δεν έχει παρά να τις αναγνωρίσει. Κι όσο καθυστερεί να το κάνει είτε λόγω ιδιοτελών συμφερόντων του εκάστοτε κέντρου είτε λόγω αδράνειας και καθυστερημένων αντανακλαστικών, τόσο οι αποσχιστικές πιέσεις θα οξύνονται και τόσο περισσότερα θα είναι τα δευτερογενή προβλήματα τα οποία θα πρέπει να αντιμετωπιστούν.

Βεβαίως, η μετάβαση από το υφιστάμενο σύστημα στο επόμενο, κάθε άλλο παρά μια μηχανιστική διαδικασία είναι. Δεν απαιτείται μία, αλλά σωρεία αποφάσεων. Μάλιστα, ανάλογα με την έκταση των προβλημάτων, ποικίλλει και ο βαθμός δυσκολίας. Στην ελληνική περίπτωση, για παράδειγμα, όπου υπάρχει πλήρης απουσία μηχανισμών εφαρμογής των πολιτικών και παρακολούθησης των αποτελεσμάτων τους πρέπει να δημιουργηθούν, πρώτα, αυτοί και, εν συνεχεία, να δρομολογηθούν οι διαδικασίες δομικής αυτοτέλειας.

Στην περίπτωση των Σκωτσέζων, πρέπει να αρθούν προκαταλήψεις, στάσεις και αντιλήψεις χρόνων, ούτως ώστε να δημιουργηθεί ένα νέο «συμβόλαιο» το οποίο θα μπορεί να υποστηρίξει την χειραφετητική πορεία όχι μόνο της Σκωτίας αλλά και της Αγγλίας και της Ουαλίας και της Ιρλανδίας.

Τούτο δεν σημαίνει καθόλου ότι θα πρέπει να συνεχίσουμε προς την ίδια λανθασμένη κατεύθυνση της περιστολής των δομών όπως γίνεται μέχρι τώρα. Θα πρέπει αντθέτως, αφ’ ενός, να δρομολογηθούν διαδικασίες μετάβασης από το παρωχημένο σύστημα των λεπτομερειακών αρμοδιοτήτων σε μεγάλες ομάδες «πεδίων πολιτικής» και σε συνδυασμό μ’ αυτό να προσδιοριστούν οι δομές που απαιτούνται για την καλύτερη άσκησή τους. Δεν έχει κανένα νόημα η συζήτηση για περισσότερα ή λιγώτερα Υπουργεία σήμερα, χωρίς να αντιμετωπίζεται το μείζον  θέμα του χαοτικού συστήματος αρμοδιοτήτων.

Εν τέλει, εάν κάτι συνέχει την Σκωτία με την Ελλάδα, τούτο έχει να κάνει περισσότερο με ένα σχήμα ερμηνευτικό της πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής πραγματικότητας και λιγώτερο με φαινομενικά «σταθερές» πραγματικότητες.

Newsletter

Εγγραφείτε στο Newsletter μας.