Εκτύπωση

“Distinction directrice”: Ποιά για την Ελλάδα;

Συντάχθηκε απο τον/την Παναγιώτης Καρκατσούλης on .

directriceΑνατρέχοντας στη συστημική εννοιολόγηση του «κώδικα» του Niklas Luhmann συναντάμε την ανα-νοηματοδότησή του όχι ως σύνολο συμβόλων και οδηγιών αλλά ως μιας «καθοδηγούσας διχοτομίας». Ο «Κώδικας» έχει έναν δυαδικό χαρακτήρα που επιτρέπει την αναγωγή του συνόλου των επικοινωνιακών νοημάτων σ’ αυτόν. Έτσι, για παράδειγμα, ο δυαδικός κώδικας «δίκαιο-άδικο» επιτρέπει την κατανόηση των πράξεων που έχουν ενδιαφέρον για το σύστημα του δικαίου, ενώ ο κώδικας «πληρωμές-μη πληρωμές» για το σύστημα της οικονομίας.

Ο κώδικας δημιουργείται μέσα από μια διαδικασία χειραφέτησης και ανάπτυξης του κοινωνικού συστήματος. Έως ότου κατακτήσει τον κώδικα που του επιτρέπει να αυτο-προσδιορίζεται, ένα κοινωνικό σύστημα μπορεί να οριοθετεί τα επικοινωνιακά νοήματα που του απευθύνονται βάσει αλλότριων οριζουσών διχοτομιών οι οποίες του δημιουργούν μια ψευδο-συνείδηση. Σκοπός αυτού του σημειώματος είναι να δείξουμε μια εφαρμογή του δυαδικού κώδικα και των οριζουσών διχοτομιών στην ελληνική περίπτωση.

Διχοτομία πρώτη: Πολιτική

 Η ανάκαμψη της χώρας από την τραγική θέση που περιήλθε μετά την πτώχευσή της, έχει αποτελέσει αντικείμενο δύο πολτικών ομάδων, των «μεταρρυθμιστών» και των «αντι-μεταρρυθμιστών». Αυτοί ερίζουν τόσο για τις αιτίες του φαινομένου όσο και για τις προτάσεις εξόδου. Σπανίως, όμως, ερίζουν περί του τρόπου/μεθόδου της κατανόησης του προβλήματος και των εναλλακτικών λύσεών του. Αν και, όπως θα δείξουμε, εν συνεχεία, σκέφτονται με τον ίδιο τρόπο, γεγονός παραμένει ότι η αντιδικία τους συσπειρώνει ένθεν και ένθεν το σύνολο σχεδόν των ενδιαφερομένων για τα πολιτικά πράγματα.

Οι μεταρρυθμιστές ταυτίζουν τις αλλαγές που θα έπρεπε να έχουν επισυμβεί στις δεκαετίες που κυβέρνησαν, με τις, καταφανώς λανθασμένες επιλογές των δανειστών οι οποίες  περιλαμβάνονται στα διαβόητα Μνημόνια. Άρα, είμαι μεταρρυθμιστής σημαίνει ότι συμφωνώ με ό,τι μου πουν/υπαγορεύσουν. Για λόγους, όμως, εσωτερικής κατανάλωσης (πρέπει να) δείχνουν μια δυσφορία, έναν προβληματισμό σε σχέση με τις επιταγές των δανειστών και, σίγουρα, να αρνούνται και να κριτικάρουν εντέχνως αυτά που έχουν ήδη δεχτεί. Η ομαδα αυτή αιτιάται τους αντι-μεταρρυθμιστές για αλλεπάλληλες επιθέσεις εναντίον τους. Η ομάδα των αντι-μεταρρυθμιστών, περιλαμβάνει, συλλήβδην, όλους όσους κριτικάρουν, εναντιώνονται, αμφισβητούν τόσο την ορθότητα των λύσεων όσο και τις κυβερνητικές επιλογές.

Τι είναι εκείνο, ωστόσο, που κάνει την μεταρρύθμιση των δανειστών και των εγχώριων εκπροσώπων τους να παραμένει μια κατηγορική προσταγή, ενώ έχει, κατ’ επανάληψη δειχτεί, ότι είναι εσφαλμένη τόσο στο σύνολο όσο και στα μέρη της; Υποθέτω, η συνεκτικότητα των προτάσεων, αφ’ ενός, (αφού όλες υπακούουν σε μια λογική «ανάπτυξης της οικονομίας» που ταυτίζεται με μια μονεταριστική οικονομική πολιτική), και η πολιτική στήριξή τους, αφ’ ετέρου, ακόμη κι αν έχουν αποδειχτεί λάθος (με το ad absurdum επιχείρημα ότι η παραδοχή των σφαλμάτων θα είχε πολύ βαρύτερες πολιτικές επιπτώσεις). Κυρίως, όμως, η αποτυχημένη ατζέντα των Μνημονίων παραμένει ενεργή λόγω της έλλειψης μιας συγκροτημένης άλλης πρότασης από την ελληνική πλευρά. Η πρόταση αυτή δεν θα έπρεπε  να λειτουργεί ως αντίπαλο δέος καμίας άλλης- απλά θα έπρεπε να είναι η πρόταση εκείνη η οποία προσιδιάζει στην Ελλάδα.

Διχοτομία δεύτερη: Μεθοδολογική

Η εντέχνως καλλιεργούμενη από τις πολιτικές ελίτ διάκριση μεταξύ «μνημονιακών» και «αντιμνημονιακών» ταυτίζει τους αμύντορες της Τρόικας και των Μνημονίων με την Δύση (και, κατ’ επέκταση, με τον δυτικό ορθολογισμό) τοποθετώντας εκείνους που διαφωνούν μαζί τους αυθωρεί εκτός Δύσης –και, κατ’ επέκταση, εκτός ορθολογικού τρόπου σκέψης/δράσης. Την διχοτομία αυτή τροφοδοτούν ιδίως οι αυτόκλητοι και ετερόκλητοι (μη) Έλληνες, ειδικοί, ΜΜΕ και λοιπά συμπούρμπουλα με προφανείς αλλά και άδηλους, ενίοτε, σκοπούς. Όλοι αυτοί προσπαθούν να ακυρώσουν κάθε διαφοροποίηση εντός του δυτικο-ορθολογικού τρόπου σκέψης ταυτίζοντας συγκυριακές πολιτικές αποφάσεις με έναν μεθοδολογικό και ερμηνευτικό μονισμό. Χαρακτηριστικό αυτής της διάκρισης είναι η υπερ-πολιτικοποίηση της διαφορετικότητας έτσι ώστε να περιοριστούν, κατά πολύ, τα όρια του άλλως έχειν (και δύνασθαι επιχειρείν) εντός των πολιτικών επιλογών  της ΕΕ.

Αξίζει να υπογραμμιστεί ότι στη μια πλευρά της διάκρισης αυτής- στους «Μνημονιακούς» τάσσεται το σύνολο των mainstream ειδικών, συμπεριλαμβανομένων οργανώσεων ολόκληρων (ινστιτούτα, δεξαμενές σκέψης, διεθνείς οργανισμοί, κλπ). Παρά τις φραστικές διαφοροποιήσεις τους, φαίνεται ότι ακολουθούν μια συντεταγμένη πολιτική έναντι του ελληνικού ζητήματος και η κατανόηση των μεταρρυθμίσεων, εάν δεν είναι ταυτόσημη, είναι, πάντως, στην ίδια κατεύθυνση με ελάχιστες διαφοροποιήσεις: Θεωρείται μονόδρομος η οριζόντια πολιτική λιτότητας που εφαρμόστηκε κατά τα 4 προηγούμενα χρόνια. Συνεπώς, εννοιολογούνται ως μεταρρυθμίσεις μέτρα και δράσεις που κατέστρεψαν και αποδόμησαν τον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό. Οι «μεταρρυθμίσεις» αυτές είχαν, ουσιαστικά, εξοβελιστεί τόσο από το Νέο Δημόσιο Μάνατζμεντ όσο και από τις επακόλουθήσασες συμμετοχικές μορφές σχεδιασμού και εφαρμογής δημοσίων πολιτικών- πολλώ δε μάλλον, από την θεωρία και πρακτική των διοικητικών μεταρρυθμίσεων. Η επιβολή του πολιτικού επί του επιστημονικού/τεχνικού discourse οδήγησε σε μια μεθοδολογική και επιχειρησιακή παλινδρόμηση στις κοινωνικές επιστήμες οργάνωσης και διοίκησης. Η επικυριαρχία του συντηρητικού πολιτικού λόγου επί του επιστημονικού λειτούργησε ενισχυτικά των προπαγανδιστικών και χειραγωγημένων επικοινωνιών που εκπορεύονται από τα ΜΜΕ τα οποία έχουν ανάγκη νομιμοποίησης της προπαγάνδας τους από «επιστημονικές» φωνές και απόψεις.

Διχοτομία τρίτη: Πολιτισμική

Μια τρίτη διχοτομία η οποία τέμνει οριζόντια τις δύο προηγούμενες  είναι η συμπαράταξη των μεταρρυθμιστών εναντίον των λαϊκιστών. Η ομάδα των λαϊκιστών η οποία είναι ποικιλόχρου αποχρώσεως και διατρέχει όλα τα κόμματα (φαίνεται ως εάν) αντιπαρατίθεται προς τους εκσυγχρονιστές. Με τη διχοτομία αυτή επιχειρείται η δημιουργία μιας αισθητικής/πολιτισμικής κατηγορίας η οποία, αντιπαραβαλόμενη προς το έτερο ήμισύ της, τους μεταρρυθμιστές, λειτουργεί , κατ’ ουσίαν, ως δεκανίκι της.  Οι λαϊκιστές αποτελούν ένα άλλοθι για την δικαιολόγηση των δικών τους υπαναχωρήσεων. Υπάρχουν πολλά παραδείγματα τα οποία αποδεικνύουν του λόγου το αληθές: Εκκινώντας από τον νόμο/κώδικα (ν. 4172/2013) για την φορολογία εισοδήματος ο οποίος, σε δώδεκα μήνες μετά την ψήφισή του και τη «συμμόρφωση» στη σχετική μνημονιακή υποχρέωση, τροποποιήθηκε σε ποσοστό άνω του 50%: 41 από τα 72 άρθρα του άλλαξαν αλλά, παρ’ όλα αυτά, η κυβερνητική προπαγάνδα διατείνεται ότι αυτά δεν είνια παρά μικρές αλλαγές προσαρμογής και, πάντως, η συζήτηση επικεντρώθηκε στον «μεταρρυθμιστή» Γενικό Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων ο οποίος «θυσιάστηκε» κάτω από την πίεση των λαϊκιστών. Το ίδιο ακριβώς έγινε και με έναν άλλο νόμο-προαπαιτούμενο, τον ν. 4223/13 για τον «ενιαίο φόρο ιδιοκτησίας ακινήτων»: Σήμερα, τον Ιούλιο 2014, έχουν τροποποιηθεί 41 από τα 67 άρθρα του από τους ίδιους τους «μεταρρυθμιστές». Θα μπορούσε κανείς να αναφερθεί επίσης σε «προαναγγελθέντες θανάτους», όπως η εκτός λογικής ποσόστωση του ν. 4250/2014 για την αξιολόγηση των δημοσίων υπαλλήλων ή η «νέα» διαδικασία κρίσεως των προϊσταμένων στο δημόσιο με την δημιουργία 33 νέων οργάνων, κάτι το οποίο καθιστά αυτόχρημα τον νόμο ανεφάρμοστο. Η συζήτηση, ωστόσο, δεν επικεντρώνεται στα δεδομένα και στα πραγματικά περιστατικά αλλά στους ψευδο-μεταρρυθμιστές οι οποίοι θέτουν εμπόδια στους «μεταρρυθμιστές». Η κατασκευή ειδώλων στην προκειμένη περίπτωση υπακούει σε αισθητικά προτάγματα: Οι «μεταρρυθμιστές» είναι καλλιεργημένοι, έχουν τρόπους, είναι μορφωμένοι από καλά σχολεία και έχουν μια συγκεκριμένη κοινωνική συμπεριφορά- ιδίως στις τηλεοπτικές εμφανίσεις τους. Οι λαϊκιστές εμφανίζονται brutal,  σχεδόν ανάγωγοι, αμφίβολης ακεραιότητας και, σίγουρα, εχθροί της προόδου και, κατ΄ επέκταση, του εθνικού συμφέροντος. Η επαναφορά της παλιάς διχοτομίας «cosmopolitan» εναντίον «underdog» μπορεί θεωρητικά να υποστηρίξει μια πιο χοντροκομένη εκδοχή της (σε σχέση με εκείνη που υποστήριξαν μεταρρυθμιστές θεωρητικοί, εκκινώντας από τον Ν. Διαμαντούρο και εντεύθεν).

Μια ορίζουσα διχοτομία για την Ελλάδα πρέπει να είναι ελληνική.

Οι κυρίαρχες ορίζουσες διχοτομίες που αναφέρθηκαν συντίθενται από δύο –παρά φύση, εκ πρώτης- συστατικά/κατηγορίες επιχειρημάτων και θέσεων  τα οποία απεδείχθησαν ότι μπορούν να συν-λειτουργήσουν: Η ευρωπαϊκή μονεταριστική αντίληψη περί κοινωνικής προόδου και η ελληνική παράδοση των πελατειακών σχέσεων. Η πρώτη προσκόμισε ως συστατικό για τη δημιουργία των διχοτομιών τετριμένες συνταγές, παρωχημένες μεθοδολογίες και πολύ υποκρισία, αυθαιρεσία και κοινωνική αναισθησία. Η δεύτερη συνέβαλε με δοκιμασμένες λύσεις που καταλήγουν στην εκμετάλλευση -σκύλευση-σύληση του εθνικού κεφαλαίου υπέρ των εμφωλευμένων ενδιαφερόντων των πελατειακών δικτύων. Και οι δύο, έχοντας στη φαρέτρα τους τις διχοτομίες που αναφέραμε ως βασικά μέσα εκβιασμού του δύστηνου, αποπρτασανατολισμένου και διαιρεμένου κοινωνικού σώματος των Ελλήνων, προσπαθούν να εδραιώσουν την επικυριαρχία τους, δημιουργώντας μια αυτο-κατανόηση των Ελλήνων η οποία νομιμοποιεί τη δεσπόζουσα θέση τους.

Ουδείς μπορεί να προβλέψει πόσο ακόμη θα αντέξουν οι προηγούμενες διχοτομίες.  Εκείνο που γνωρίζουμε είναι ότι όσο δεν αναπτύσσεται μια νέα, άλλη διχοτομία η οποία θα εμπνεύσει, θα συσπειρώσει και διεγείρει τους Έλληνες, αυτές θα δικεδικούν τον χώρο της. Μια νέα διχοτομία δεν προκύπτει, ωστόσο, βολονταριστικά ούτε δικαιώνεται εάν, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, αποτελεί προϊόν χειραγώγησης. Μόνος ο αναστοχασμός του κοινωνικού σχηματισμού (και των υποκειμένων του) μπορεί να οδηγήσει σε μια νεά διχοτομία που θα μπορέσει να εγγυηθεί βιώσιμες λύσεις που θα αντιμετωπίζουν την πολύπλευρη θεωρητική, οικονομική, πολιτική και κοινωνική κρίση μας. Η διχοτομία αυτή δεν είναι άλλη από το «ελληνικότητα έναντι μη ελληνικότητας». Γι αυτήν απαιτούνται τόσο επίπονες προσπάθειες που θα αποκαλύψουν την ανεπάρκεια των προηγουμένων διχοτομιών όσο και ηγεσίες που θα αναλάβουν το έργο της εδραίωσής της.  Ο ελληνισμός έχει δείξει στη μακρόχρονη ιστορία του ότι έχει την ικανότητα να παράγει τους ηγέτες που χρειάζεται. Μένει η πολλή και συστηματική δουλειά. Σ’ αυτή την προσπάθεια δεν υπάρχουν στεγανά μεταξύ θεωρητικών, πρακτικών, δικών μας και άλλων. Όσοι εργαστούν για την εδραίωση μιας άλλης διχοτομίας, εργάζονται για την εδραίωση μιας εθνικής συνείδησης. Κι αυτή είναι η κοινή σκέπη και το αντίδωρο της προσπάθειας.