Εκτύπωση

… και κάτι ακόμη για την αντιπαθή σωφρονιστική πολιτική και τις φυλακές «υψίστης ασφαλείας»

Συντάχθηκε απο τον/την Έφη Λαμπροπούλου on .

fylakesΤο υπουργείο Δικαιοσύνης αναδιπλώθηκε και περιόρισε το διάστημα παραμονής στις φυλακές «υψίστης ασφαλείας»,

- για τους καταδικασθέντες για τρομοκρατία και προδοσία της χώρας, από 10 σε πέντε και τελικά σε τέσσερα χρόνια,

- για τους καταδίκους του οργανωμένου εγκλήματος, για όσους δηλαδή εκτίουν ποινές από 10 χρόνια μέχρι ισόβια για συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση και  έχουν διαπράξει ανθρωποκτονίες, επικίνδυνες ληστείες και εκβιασμούς, από πέντε σε τέσσερα και τελικά σε δύο χρόνια,

- και για όσους έχουν διαπράξει βαρύτατα πειθαρχικά αδικήματα μέσα στη φυλακή, δηλ. επιθέσεις σε φύλακες και άλλους κρατουμένους, εξεγέρσεις και στάσεις αλλά και αποδράσεις, από πέντε σε τέσσερα και τελικά σε δύο χρόνια.

Επίσης, διευρύνθηκε ο κύκλος επισκέψεων και δεν περιορίζεται πλέον  σε στενά συγγενικά πρόσωπα, αλλά επιτρέπεται σε πρόσωπα μέχρι τρίτου βαθμού.

Ανεξάρτητα από το εάν διαφωνεί ή συμφωνεί κανείς με το περιεχόμενο και τη λογική του νομοσχεδίου εν όλω ή εν μέρει ή με τις πρακτικές της σωφρονιστικής πολιτικής, η στάση του υπουργείου δείχνει ακόμη μια φορά αφενός προχειρότητα, εφόσον δεν έλαβε υπόψιν του σημαντικές παραμέτρους για την ανάγκη ή μη τέτοιων καταστημάτων κράτησης. Αφετέρου, δείχνει φοβία και παγίδευση από ομάδες πίεσης και τελικά αδιαφορία για τα έννομα αγαθά που υποτίθεται ότι ήθελε να προστατεύσει, δηλ. την ζωή και τη ασφάλεια των θυμάτων και των πολιτών, αλλά και την μικρή πιθανότητα καλλιέργειας συναίσθησης ευθύνης των δραστών για τις πράξεις τους και γι’ αυτό προστασία της κοινωνίας.

Τελικά οι φυλακές «υψίστης ασφαλείας» θα είναι μια ακόμη παρωδία του συστήματος απονομής δικαιοσύνης, διότι από τις ακρότητες των δέκα χρόνων περάσαμε στα δύο, αν δε κάποια στιγμή - όταν δεν θα έχουμε το νου μας - περάσει και διάταξη για ευεργετικό υπολογισμό, ειδικά για τη χαϊδεμένη ομάδα των νεαρών «τρομοκρατών», μπορεί να μειωθεί η παραμονή στους 3-6 μήνες.

Τελικά θα έχουμε και μερικές πτέρυγες ή φυλακή «ασφαλείας» για το θεαθήναι, ή για κάποιους άτυχους, ώστε να είναι όλοι ευχαριστημένοι, τόσοι οι λίγοι υποστηρικτές όσο και οι πολλοί αντίθετοι. Μέσα δε στα καταστήματα κράτησης, κάποιοι θα τρίβουν τα χέρια τους, και οι πολίτες θα προσπαθούν να καταλάβουν, το σίγουρο είναι ότι αυτοί θα πληρώσουν σε κάθε περίπτωση.

Επίσης, οι πολίτες αγνοούν ότι το υπουργείο αποφυλακίζει σωρηδόν γιατί δεν έχει χρήματα …για τα τροφεία. Επίσης, αγνοεί ότι θα μπορούν να αποφυλακίζονται (μετά από αίτησή τους διότι θα καταβάλουν ενοίκιο) φορώντας το περίφημο ηλεκτρονικό βραχιόλι, δράστες κακουργημάτων (Ν. 4205/2013, άρ. 110Β [1,2] ΠΚ), και όχι μόνο όσοι έχουν καταδικαστεί αλλά η έκτιση της ποινής τους έχει ανασταλεί ή εκείνοι που απολύονται υπό όρους, όπως γίνεται σε άλλες χώρες.

Είναι δηλαδή καλύτερα να πληρώσει το υποψήφιο θύμα, ας πρόσεχε, παρά το κράτος που υποτίθεται ότι έχει αναλάβει μέσω του ποινικού συστήματος την προστασία του κοινωνικού συνόλου. Έτσι, από τη μια πλευρά το κράτος ζητά τη βοήθεια των πολιτών για την αντιμετώπιση των αυξημένων κινδύνων, ενώ από την άλλη τους αφήνει εκτεθειμένους. Η πολιτική, δηλαδή, ούτε αφήνει το πεδίο ελεύθερο στους πολίτες, ούτε αναλαμβάνει την επιχείρηση προστασίας τους με συνέπεια, αντιθέτως πιέζει επιλεκτικά την αστυνομία.

Η αστυνομία έρχεται αντιμέτωπη με την αυξημένη και επικίνδυνη εγκληματικότητα, η θέση της όμως γίνεται όλο και δυσχερέστερη, διότι πρέπει να αντιμετωπίσει τις απαιτήσεις τόσο της πολιτικής όσο και της κοινής γνώμης. Οι πολιτικοί μεταθέτουν συχνά στην αστυνομία προβλήματα προς επίλυση και κοινωνικές ανάγκες που οι ίδιοι έχουν δημιουργήσει για τη νομιμοποίηση και την προβολή τους. Της αναθέτουν, επίσης, την επεξεργασία των συνεπειών από λανθασμένες επιλογές τους ή ελλιπή πολιτική πρωτοβουλία.

Την προηγούμενη εβδομάδα, στις 11/7/2014, στην φυλακή Δομοκού (η οποία σύμφωνα με τις διακηρυγμένες προθέσεις του υπουργείου Δικαιοσύνης σύντομα θα μετατραπεί σε «υψίστης ασφαλείας») μετά από συμπλοκή τριών ελλήνων κρατουμένων που βρίσκονταν στο ίδιο κελί με αυτοσχέδια μαχαίρια, ο ένας είναι νεκρός και ο δεύτερος σοβαρά τραυματισμένος.

Το πρόβλημα της βίας στις φυλακές έχει αρχίσει να διογκώνεται ήδη από το 2005, σχεδόν δέκα χρόνια μετά δεν έχει αλλάξει τίποτε. Το υπουργείο αδυνατεί να προστατεύσει όχι την κοινωνία, αλλά ούτε και τους ίδιους τους κρατουμένους και παραμένει ψυχαναγκαστικά προσκολλημένο σε παραδοσιακές μεθόδους και πρακτικές διοίκησης των καταστημάτων κράτησης, ενώ ο άμεσος και ο ευρύτερος κύκλος των ομάδων αναφοράς των φυλακών έχει αλλάξει ριζικά.

Αναρωτιέται λοιπόν κάποιος, εάν συνεχίσουν αν διοικούνται  με τον ίδιο τρόπο και αυτές οι φυλακές, πιστεύει το υπουργείο ότι η αλλαγή του ονόματος και η αυστηροποίηση του εσωτερικού κανονισμού είναι ικανές να έχουν αποτελέσματα;

O Εugene Bardach, Αμερικανός πολιτικός επιστήμονας, αναφέρει ορισμένα “παίγνια”, -δηλαδή ορισμένες θεσμοποιημένες διαδικασίες- που αποτελούν μέρος της καθημερινής πραγματικότητας της διοίκησης, για να δείξει πώς αυτή συχνά αλλάζει την φύση ενός νόμου, προγράμματος κ.λπ. εφαρμόζοντάς τον.[1]

Ένα από αυτά είναι το παίγνιο της παρέκκλισης από τους στόχους (Τhe deflection of goals game): Oι στόχοι που διατυπώνονται στους νόμους γίνονται συχνά αντικείμενο επαναπροσδιορισμού, αναπροσαρμογής, παραποίησης ή αλλαγής από τις υπηρεσίες που έχουν καθήκον να τους εκπληρώσουν. Η πείρα έχει δείξει ότι ειδικά στα προγράμματα/νομοθετήματα αντεγκληματικής πολιτικής, τα ιδεώδη και οι επιθυμητές καταστάσεις δίνουν συχνά τη θέση τους σε «αναγκαίες» προσαρμογές στην πραγματικότητα. Έτσι, παρατηρείται «παρέκκλιση στόχων», όπως για παράδειγμα στον τομέα της σωφρονιστικής πολιτικής η μείωση της υποτροπής υποκαθίσταται από την μείωση του ποσοστού των εισαγομένων στα σωφρονιστικά καταστήματα, η μείωση του ποσοστού των κρατουμένων υποκαθίσταται από τη μείωση του χρόνου διάρκειας παραμονής τους στην φυλακή, η βελτίωση της προσωπικής εικόνας των εγκλείστων με τη βοήθεια προγραμμάτων κοινωνικής επανένταξης υποκαθίσταται από την ικανοποίησή τους με το πρόγραμμα, κ.λπ.  Επίσης, ενώ ένα πρόγραμμα έχει σχεδιασθεί για μια μεγάλη ομάδα ατόμων προτιμώνται για την εφαρμογή του συγκεκριμένες κατηγορίες κρατουμένων ώστε να εμφανιστεί ο νόμος/θεσμός ως επιτυχία, με αποτέλεσμα αυτό που εμφανίζεται ως επιτυχία του σκοπού του προγράμματος να αποτελεί απλώς αποτέλεσμα της παρέκκλισης που έχει γίνει.

Και η δεύτερη εκδοχή για το μέλλον του νόμου για τις φυλακές υψίστης ασφαλείας είναι μια ακόμη περίπτωση αυτοπαράλυσης νόμου, και ειδικά ενός νόμου που συγκεντρώνει το δημόσιο ενδιαφέρον εξαιτίας της οργανωμένης αντίδρασης άμεσα και έμμεσα ενδιαφερομένων.[2]


[1] Bardach, E. (1977). The Implementation Game: What Happens After a Bill Becomes a Law, MIT Press, Cambridge,Mass.

[2]Λαμπροπούλου, Ε. (2012). Κοινωνιολογία του ποινικού δικαίου και των θεσμών της ποινικής δικαιοσύνης, Αθήνα: Ι. Σιδέρης, σελ. 52-55.

Newsletter

Εγγραφείτε στο Newsletter μας.