Εκτύπωση

Κωδικοποιημένα...Κώδικες

Συντάχθηκε απο τον/την Παναγιώτης Καρκατσούλης on .

BookFlowerΗ κυβέρνηση εξαγγέλει την κωδικοποίηση του συνόλου της νομοθεσίας- STOP. ΄Ετσι απλά...έτσι συντελούνται τα μεγαλειώδη επιτεύγματα και γράφεται ιστορία .... Μάλιστα, παρ’ ημίν, με τέτοιες εξαγγελίες και δηλώσεις οριοθετούμε τον χώρο αν όχι της ιστορίας, πάντως, σίγουρα, της δόξας (sic transit Gloria!). Oι κωδικοποιήσεις- και ειδικά, οι επωνομαζόμενες «μνημειώδεις»- έχουν, όντως, συνδεθεί με μεγάλους ΑΝΔΡΕΣ και μάλιστα Αυτοκράτορες. Παλαιότερα, στους αρχαίους χρόνους η κωδικοποίηση είχε ενίοτε (και) δημοκρατικά χαρακτηριστικά (βλ. εκείνον τον Κλεισθένη ο οποίος δια της κωδικοποιήσεως της κυκεωνικής φορολογικής νομοθεσίας –μάλιστα...- επέτυχε την «σισάχθεια». Για λόγους σεβασμού του ονόματος του μεγάλου αυτού ανδρός δεν θεωρώ ότι επιτρέπεται μικροί ηγεμόνες και πολιτικοί άνδρες να συγκρίνουν τα έργα και τις ημέρες τους- κρυφίως, έστω-μαζί του.

Ένα είναι βέβαιον: Όσοι εκ των Αυτοκρατόρων και Ηγεμόνων-  αρχαίων, βυζαντινών και νεώτερων- ολοκλήρωσαν κωδικοποιήσεις, επέτυχαν μιας υψηλής ποιότητας διακυβέρνηση. Οι στόχοι των κωδικοποιήσεων ήταν (και εξακολουθούν να είναι):

  • Να αποδώσουν νόημα σε διατάξεις που πάσχουν από ασάφεια, ακυριολεξία και προκαλούν σύγχυση μέσω επαναδιατύπωσης σ’ ένα νέο ρυθμιστικό κείμενο
  • Να ρυθμίσουν συμβάντα του βίου τα οποία, όταν το πρώτον ετέθησαν οι παλαιές ρυθμίσεις, δεν υπήρχαν και,
  • Να δώσουν πνοή στο ρυθμιστικό περιβάλλον προκειμένου και αυτό να στηρίξει τους αναπτυξιακούς ή άλλους μεγαλεπήβολους στόχους τους.

Ο Ναπολέων εκείνος του οποίου η εξόχως φειδωλή σε απονομές τίτλων ιστορία του απένειμε το επίθετο «Μέγας» φιλοδόξησε δια του ομώνυμου κώδικα να δημιουργήσει αυτό που μετά από 200 χρόνια αναγνωρίζουμε ως «ιδιωτικό τομέα της οικονομίας»: Ρύθμισε με οξυδέρκεια μοναδική τις εμπορικές συναλλαγές προβλέποντας την επέκταση και τη σημασία τους για τον σύγχρονο κόσμο δύο εκατοντετίες πριν. 

Υποθέτω ότι η ελληνική πολιτική και διοικητική ηγεσία (πρέπει να) έχει μετριοπαθέστερους στόχους. Και μια απλή «διοικητική» λεγόμενη κωδικοποίηση, για παράδειγμα, στη φορολογία θα ήταν σημαντικό έργο, εάν μπορούσε να ολοκληρωθεί.

Δυστυχώς, θεωρούμε ότι ούτε κι αυτή η αμυδρά ελπίς μπορεί να είναι βιώσιμη. Οι λόγοι, κωδικοποιούμενοι, είναι οι ακόλουθοι:

1. Τα συσσωρευμένα προβλήματα της ελληνικής ρυθμιστικής παραγωγής, παρ’ όλον ότι έχουν επισημανθεί κατά κόρον, εξακολουθούν να είναι παρόντα και γιγαντωμένα. Όχι μόνον δεν υπήρξε μια πολιτική θεραπείας τους αλλά αντιθέτως, υπήρξαν συνειδητές επιλογές διόγκωσής τους. Πολυνομία, Κακονομία, Στρεψονομία συνθέτουν τη νομοθετική Λερναία Ύδρα που ακυρώνει όχι μόνο τις καλύτερες προθέσεις αλλά αποτελεί την αναγκαία συνθήκη για την εδραίωση και αναπαραγωγή του πελατειακού (παρα-) κράτους: Ακόμη μια φορά οι αριθμοί που δείχνουν την αμείλικτη πραγματικότητα:

  • Από το 1975 μέχρι το 2005 ψηφίστηκαν 3.430 τυπικοί νόμοι.
  • Αν συνυπολογιστεί το δευτερογενές δίκαιο της ίδιας περιόδου, φτάνουμε στα 273.614 ρυθμιστικά κείμενα (τα οποία επίσης πρέπει να κωδικοποιηθούν).
  • Το μέγεθος του δευτερογενούς δικαίου είναι ογδόντα τρεις φορές μεγαλύτερο από αυτό των νόμων (το ποσοστό των πρωτογενών/κοινοβουλευτικών νόμων δεν υπερβαίνει 2%).
  • Τα Προεδρικά διατάγματα εκδίδονται σε αναλογία ένα προς έξι (1:6) νόμους ενώ  η αναλογία νόμων - Υπουργικών Αποφάσεων είναι κατά μέσο όρο 1:69.      

2. Μια τέτοια κατάσταση οδηγεί στην υποβάθμιση της ρυθμιστικής ποιότητας και στην ανάγκη σχεδιασμού μιας ολοκληρωμένης πολιτικής για την αντιμετώπισή της. Σήμερα γνωρίζουμε ότι δεν αρκεί να κωδικοποιείς από τη μια, κι από την άλλη, να δημιουργείς αφειδώς κακούς νόμους. Άρα, πρέπει κανείς να θέτει κριτήρια και να εφαρμόζει πολιτκές για τον ex ante έλεγχο των νόμων. Όλα αυτά διαλαμβάνονται, σήμερα, σε μια ιδιαίτερη επιστημονική πειθαρχία που ακούει στο όνομα «Καλή Νομοθέτηση». Αυτή η επιστήμη διδάσκεται εδώ και χρόνια (και) στην Ελλάδα. Επομένως, εάν κάποιος θέλει να μάθει περισσότερα για τον σύγχρονο τρόπο νομοθέτησης αρκεί να απευθυνθεί στους ειδικούς. Δεν χρειάζεται ούτε να αυτοσχεδιάζει ούτε να διατρανώνει την βούλησή του. Χρειάζεται γνώση πέραν εκείνης που η νομική επιστήμη εισέφερε επί εκατονταετίες και πολιτικές αποφάσεις περισσότερο περίπλοκες από εκείνες που ένα πολιτικό σύστημα σε κρίση και μια (συγ)κυβέρνηση μπορεί να λάβει.

3. Η σημαντικότερη προσπάθεια ελέγχου της πολυνομίας που ανελήφθη στην σύγχρονη Ελλάδα υπήρξε ο ν. 4048/12 στον οποίο το ΙΝΕΡΠ έχει, κατ’ επανάληψη, αναφερθεί. Η εφαρμογή του νόμου αυτού ακυρώθηκε λόγω της σθεναρής αντίστασης σ’ αυτόν του πρώην Γενικού Γραμματέα Κυβέρνησης, ο οποίος, υποτίθεται ότι είχε την ευθύνη της εφαρμογής του.

4. Το πρόβλημα της πολυνομίας δεν πρέπει, πάντως, να κατανοηθεί ως ένα τεχνικό πρόβλημα. Είναι ένα σοβαρό-το σοβαρότερο-πρόβλημα Διακυβέρνησης. Η αντιμετώπισή του απαιτεί επώδυνες αποφάσεις σε ζητήματα, όπως:

  • Ποια είναι η στρατηγική κατεύθυνση της χώρας; Πως θα «πάει» προς τα εκεί; Τι κομβικές αποφάσεις πρέπει να αναληφθούν;
  • Εάν υπάρχει αυτή η Στρατηγική, επικοινωνείται διαρκώς με εκείνους που τους αφορά; Υπάρχουν, μ’ άλλα λόγια, αδιαμεσολάβητοι δίαυλοι επικοινωνίας με την κοινωνία;
  • Έχει προσδιοριστεί ποιος είναι ο ρόλος του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα σ’ αυτή την διαδρομή; Ποιος εγγυάται και πως την συνεργασία;
  • Υπάρχουν οι προϋποθέσεις ώστε το Δημόσιο να μην αποτελέσει ανασχετικό απράγοντα σ’ αυτή την εξέλιξη;
  • Υπάρχουν οι «τεχνικές» προϋποθέσεις ανάπτυξης της καλής νομοθέτησης;

Υποσημείωση στο σημείο αυτό: Αυτά και άλλα περισσότερα περιλαμβάνονταν σε μια αναλυτική πρόταση της οποίας μάλιστα η χρηματοδότηση ήταν «εξασφαλισμένη» από κοινοτικούς πόρους. Το σχέδιο αυτό ουδέποτε προχώρησε, το έργο «απεντάχθηκε» από τους κήνσορες της μεταρρύθμισης υπέρ άλλων «φιλολαϊκών» μέτρων... Που θα βρεθούν, τώρα, οι πολύτιμοι πόροι που χάθηκαν; Κάποιο νέο (χαμηλότοκο, εννοείται...) δάνειο, ίσως;

5. Επειδή όλα τα προηγούμενα φαντάζουν όνειρα θερινής-ελληνικής- νυκτός, μήπως μπορούμε να θέσουμε μια άλλη πολύ πιο μετριοπαθή ατζέντα, όπως η ακόλουθη:

  • Μπορεί να υπάρξει ένας ρυθμιστικός προγραμματισμός της κυβέρνησης τον οποίο θα υποβάλλει στο Κοινοβούλιο στην αρχή κάθε κοινοβουλευτικής περιόδου;
  • Μπορεί να εφαρμοστεί ο ν. 4048/12, έστω μόνον όσον αφορά την υποχρεωτική υποβολή έκθεσης «επιπτώσεων», ανξάρτητα από την ποιότητά τους- αλλά υποχρεωτικώς δημοσιοποιούμενη;
  • Μπορεί να ολοκληρωθεί ο ταλαίπωρος ηλεκτρονικός «Ραπτάρχης», έτσι ώστε οι Έλληνες να μην πληρώνουν συνδρομή σε ιδιωτικές βάσεις δεδομένων για να δουν έναν νόμο;
  • Μπορεί μια από τις πολλές συναρμοδίως αναρμόδιες υπηρεσίες είτε του Κοινοβουλίου είτε της δημόσιας διοίκησης να εκδίδει κατ’ έτος έναν απολογισμό με τους νόμους που ΔΕΝ εφαρμόσθηκαν;
  • Μπορεί να ολοκληρωθεί, επιτέλους, ένα κυβερνητικό πόρταλ (ποιος θυμάται, άραγε, εκείνον τον τάλανα «ΕΡΜΗ» που ξεκίνησε κι αυτός τόσο φιλόδοξα...) στο οποίο να αναρτώνται τα βασικά ρυθμιστικά κείμενα σε κάθε δημόσια πολιτική;

Η λίστα μπορεί να μακρύνει κι άλλο, αλλά υποθέτω ότι αυτό θα ήταν ενοχλητικό για τους «μεταρρυθμιστές»...θα τους διατάρασσε την υπέροχη εκείνη αίσθηση που δίνει σε κάποιον το «…αρμένισμα», ιδίως το καλοκαίρι...

Καλά μπάνια, λοιπόν, και υπομονή μέχρι την επόμενη εβδομάδα για την επόμενη «μεταρρύθμιση»...

Newsletter

Εγγραφείτε στο Newsletter μας.