Εκτύπωση

Ένας Αλσατός στην Αθήνα

Συντάχθηκε απο τον/την Παναγιώτης Καρκατσούλης on .

AlsatianΑναφέρθηκε στον ημερήσιο τύπο ότι ο διάδοχος του κ. Θεοχάρη πιθανώς να είναι ένας Αλσατός, ο οποίος είναι ο εκλεκτός της Task Force for Greece. Δεν θα άξιζε να ασχοληθώ με το θέμα, ακόμη κι αν ήταν πραγματικό γεγονός και θα αναφέρω τους λόγους στη συνέχεια. Αποφάσισα, όμως, να το κάνω επειδή μου αρέσει να ξανα-βλέπω, υπό νέο πρίσμα, παλιά πράγματα/θέματα και πεποιθήσεις. Μάλιστα, εκ διαστροφής πλέον, μου αρέσει να συσχετίζω τελείως άσχετα μεταξύ τους μήπως και δημιουργηθεί κάτι νέο. Τούτο, μάλλον, οφείλεται ότι «φύσει» ορέγομαι (και εγώ) του ειδέναι. Φύσει και θέσει, επίσης, απεχθάνομαι τις «δυναμικές» λύσεις, αυτές που «οριστικά» κατα-λήγουν, περατώνουν τον χρόνο και την ιστορία και μας στέλνουν στο υπέρτατο βασίλειο (βάλτε ό,τι θέλετε εκεί, από μουσουλμανικό ουρί μέχρι γερμανική Βαλχάλα). Προτιμώ να συμμετέχω σε μια εξελικτική διαδικασία ή, εάν τούτο δεν είναι εφικτό, να την παρακολουθώ.

Αντιλαμβάνομαι ότι πολλοί μαχητές (με ή χωρίς εισαγωγικά) αντιτίθενται σε μια τέτοια γενική θεώρηση των πραγμάτων. Φαίνεται πολύ «ελληνική»: Αφήνει πολλά πράγματα στην «τύχη», αγνοεί την «δυναμική» των πραγμάτων, καταργώντας ουσιαστικά τις διακρίσεις του χρόνου και μεταφέροντας τα γεγονότα του βίου, όλα, σ’ ένα οιονεί ατελείωτο παρόν. Αν σε κάποιον δεν αρέσουν τα «οράματα», οι «στρατηγικές», τα «σχέδια», οι «λύσεις», εάν, εν τέλει, δεν του αρέσει ούτε η «οργάνωση» και η «επιστήμη» της, τότε πως νομιμοποιείται να ασχολείται  με παρεμφερή θέματα; Εάν τολμήσει, δε, ο περί ου και ψελλίσει ότι υπάρχει κι άλλος τρόπος να αντιλαμβάνεται κανείς τα ίδια πράγματα, τότε αυτόματα ενεργοποιούνται όλες οι ρομφαίες- από εκείνες της «καθωσπρέπει» επιστημονικής κοινότητας που κορνιζάρει τα πτυχία και τα «χαρτιά» από διάφορα σπουδαία εκπαιδευτικά/ερευνητικά ιδρύματα αλλά, συνήθως, δεν μπορεί να χωρίσει «δύο γαϊδάρων άχυρο», μέχρι εκείνους τους μονίμως κριτικάροντες/γνωρίζοντες με βεβαιότητα, την πρωτοκαθεδρία μεταξύ των οποίων έχουν οι θαμώνες των καφενείων και τα αριστερά γκρουπούσκουλα. Η πρώτη κατηγορία των ακαδημαϊκών ασχέτων αντιμετωπίζεται μάλλον εύκολα, εάν πιάσει κανείς ένα στασίδι όχι στο κέντρο αλλά απόμερα, ένα «πίσω» γραφείο, για παράδειγμα, και δεχθεί επίσης να μειώσει λίγο το εγώ του υπέρ του γιγαντωμένου δικού τους. Τότε σε αφήνουν ήσυχο, μπορείς να κάνεις τη δουλειά σου (κατά προτίμηση και σε διαφορετικό τόπο απ’ αυτούς) και όταν θα έρθει η ώρα των καρπών, όπου με περισσή υποκριτική έκπληξη θα σε επαν-ανακαλύψουν, εσύ, τότε, απλώς τους προσπερνάς. Στο τέλος τέλος, τι κόστος έχει ένα παγερό μειδίαμα; Η άλλη κατηγορία των παντογνωστών και των, εκ του ασφαλούς, «ταλιμπάν» ασκεί, κατά παράδοση, επιρροή στους νέους. Αυτή είναι σαφώς πιο επικίνδυνοι από τους προηγούμενους γιατί, όντως, κάποιοι χάνονται ζωνόμενοι τ’ άρματα...

Εάν, λοιπόν, η περίπτωση του Αλσατού επέπρωτο να κριθεί είτε με το ένα είτε με το άλλο, βασικό κριτήριο κάθε ομάδας, τότε δεν επρόκειτο να ασχοληθώ. Σύμφωνα με τους καθως πρέπει «στουρναραίους», ο Αλσατός θα ήταν μια καλή λύση: Θα ικανοποιούσε τους τροϊκανούς- κι ο,τιδήποτε μπορεί να τους κάνει χαρούμενους θα πρέπει να σπεύδουμε να τους το παρέχουμε. Επίσης, μπορεί ο Αλσατός να κόμιζε και κάποια μελλοντικά ενδιαφέροντα ‘deals”, οπότε στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, όπου βασιλεύουν οι «αγορές» και οι «μπίζνες», τι καλύτερο να περιμένει κανείς από έναν (μεγαλο-)εισπράκτορα; Οι ταλιμπάν, από την δική τους πλευρά, θα έσκιζαν τα ιμάτιά τους, διαμαρτυρόμενοι για τους κυβερνητικούς προδότες, θα ζητούσαν να παραπεμφθεί ο Αλσατός σε νέα Νυρεμβέργη μαζί με την Μέρκελ και την Task Force και θα οργάνωναν μια συμβολική, έστω, κατάληψη της ΓΓΔΕ.

Ο λόγος που αποφάσισα να ασχοληθώ είναι διττός: Αφ’ ενός έχω την αίσθηση ότι όλο και περισσότεροι συμπολίτες έχουν αρχίσει και βαριούνται στην επανάληψη των ίδιων κλισέ, κι από τις δύο πλευρές. Αφ’ ετέρου, διότι πιστεύω, άνευ καμίας ενδείξεως, όμως, ότι θα πρυτανεύσει ένας νεόκοπος τρόπος σκέψης και δράσης για τους Έλληνες που ακούει στο επίθετο «ελληνικός». Πιστεύω, δηλαδή, ότι εμείς οι Έλληνες θα επαν-ανακαλύψουμε μια σκέψη, έναν τρόπο αντίδρασης και μια αισθητική, η οποία διαφοροποιείται από εκείνη των τροϊκανών και των ταλιμπάν και η οποία θα είναι πολύ περισσότερο παραγωγική και από τις δύο προηγούμενες. Από τι συντίθεται, όμως, αυτός ο παράξενος «ελληνικός» τρόπος- και πάντως, τι θα κάναμε με τον Αλσατό;

Η ελληνικότητα έχει ως επίκεντρό της την έννοια του συστήματος, νοούμενο αυτό ως μια συνάφεια (επικοινωνιακών) νοημάτων. Η συνάφεια αυτή που προϋποθέτει την ύπαρξη αντιθέτων δεν λειτουργεί ψυχαναγκαστικο-διαλεκτικά, δηλαδή, δεν μας οδηγεί, ντε και καλά, κάπου άλλού σε μια «ανώτερη» οντότητα (κι από εκεί σε μια ακόμη πιο ανώτερη, κλπ) αλλά λειτουργεί ως μηχανισμός διασφάλισης της αναπαραγωγής του συστήματος. Δηλαδή, η ελληνικότητα δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα ζεύγος ελληνικών/ανθελληνικών νοημάτων τα οποία, εμπλουτιζόμενα και ανανεούμενα, διασφαλίζουν την βιωσιμότητα αυτού του ιδιαίτερου κώδικα. Τα Υποκείμενα που ενσωματώνουν, επεξεργάζονται και αναπέμπουν αυτά τα νοήματα μπορεί να είναι ιθαγενείς Έλληνες είτε όχι. Υπάρχουν, ως γνωστόν, ιστορικά φρικτοί ανθέλληνες Έλληνες και ενθουσιώδεις φιλέλληνες μη Έλληνες (ούτε κατά την γλώσσα ούτε κατά την θρησκεία ούτε κατά τα ληξιαρχεία). Στοιχεία της ελληνικότητας απαντώνται σε πολλές διαφορετικές κουλτούρες, πολιτικές ιδεολογίες και διοικητικές πρακτικές, τα οποία, όμως, νοηματοδοτούνται με διαφορετικό τρόπο απ’ ότι θα συνέβαινε, εάν όλα αυτά προσδιορίζονταν εντός ενός ελληνικού συγκειμένου: Λέμε, δηλαδή, ότι, παρ’ ημίν, έχει κατακτηθεί μια απάντηση για την ελληνική νοηματοδότηση αυτών των εννοιών, η οποία συνάδει περισσότερο προς την ελληνικότητα απ’ ότι κάποια άλλη, κάπου αλλού.

Η ελληνικότητα της ελληνικότητας–περί της οποίας ο λόγος, εδώ- απαιτεί την ύπαρξη γνωσιοθεωρητικών κριτηρίων πέραν εκείνων της «πρώτης τάξεως» που είναι γνωστά από τη εποχή του Παπαρρηγόπουλου ή και του σύγχρονου μας Γιανναρά. Ως τέτοια κριτήρια ελληνικότητας «δευτέρας τάξεως» με τα οποία θα κρίνονταν στάσεις, δράσεις και αξίες «πρώτης τάξεως» περί των οποίων θα μπορούσε να υπάρξει συμφωνία ή διαφωνία (π.χ. εάν αρκεί η ελληνική γλώσσα για να στοιχειοθετηθεί η ελληνική ταυτότητα ή εάν μαζί μ’ αυτήν πρέπει να είναι και η ορθοδοξία), θα μπορούσαν να γίνουν αποδεκτά:

  • Το κριτήριο του αυτο-προσδιορισμού εντός του κοινωνικού συστήματος αναφοράς. Δεν μπορεί, δηλαδή, να θεωρηθεί ως συμβατό με την ελληνικότητα ένα σχέδιο, μια πολιτική, μια ομαδική ή ατομική στάση η οποία δεν αποτελεί προϊόν μιας συλλογικής κατάκτησης. Η «ιδιοκτησία»/ «ownership»- όπως αποδίδεται το πέρας της διαδιακασίας δημιουργίας συνείδησης - επί του προϊόντος της διανοίας στην Ελλάδα κατακτάται μέσα από μια όσμωση πνεύματος και αισθήσεων- μέσα από μια «μέθεξη», η οποία έχει, συχνάκις, αναφερθεί στην ελληνική λογοτεχνία από τους ομηρικούς χρόνους μέχρι τον σύγχρονο Αλέξη Ζορμπά. Τούτο συνιστά πράγμα πολύ αμφίβολο για τους καρτεσιανούς «έλληνες», οι οποίοι αντιλαμβάνονται την διαδικασία των συγκλίσεων περισσότερο ως αυστηρά δομημένα βήματα επί μιας μεθοδολογίας διαλόγου και πολύ λιγότερο ως προϊόν μιας ελεύθερα διαμορφούμενης συνειδήσεως με πιθανές αντινομίες και ασυνέχειες.
  • Η συνέπεια λόγων και έργων κρίνεται, επίσης, εντός του ιδίου συγκειμένου- μπορεί, δηλαδή, μια απόφαση να αλλάζει, συχνά, ή να μην αλλάζει επί μακρό χρονικό διάστημα, όχι προκειμένου να αναταποκριθεί σε κάποιους δυσδιάκριτους «στόχους», αλλά επειδή δεν έχει κατακτηθεί ένα ουσιωδώς διαφορετικό επίπεδο συνείδησης/κατανόησης από το προηγούμενο. Οι παράγοντες που επηρεάζουν την αντίδραση των μετεχόντων στην διαδικασία αυτή μπορεί να είναι είτε εξωτερικοί είτε εσωτερικοί και άπειροι. Σημασία έχει ότι η κατάκτηση μιας «ηθικής» θα προκύψει από την όσμωση των υποκειμένων με το υφιστάμενο σύστημά τους εν συνδυασμώ με όποιες εξωτερικές πιέσεις. Σε κάθε, όμως, περίπτωση έαν η συνάφεια αυτή επιτευχθεί, τότε τα έργα/γεγονότα που προκύπτουν είναι καινοτομικά, ιστορικής εμβέλειας και μεγάλης κλίμακας. Το κλειδί, εδώ, λέγεται «φιλότιμο» το οποίο φαίνεται να είναι το μέσον για την επίτευξη μιας υψηλής ποιότητας ηγεσίας, της απαραίτητης υποκίνησης,  παρώθησης, ανάληψης ευθύνης, και λογοδοσίας. 
  • Ορθολογισμός και ανορθολογισμός, εν προκειμένω, καθορίζονται από το σύστημα αναφοράς (και τα δρώντα υποκείμενά του) καθώς και την έκταση εφαρμογής του. Εν προκειμένω, η έκταση δεν εκτείνεται στο σύνολο του υποπίτοντος στη γνώση και στις αισθήσεις μας κόσμου, αλλά περιορίζεται σ’ ένα μικρο-επίπεδο. Σκοπός είναι η ενεργοποίηση της διαδικασίας και η απελευθέρωση της δυναμικής των ατόμων και των ομάδων βάσει όχι της βίας αλλά του παραδείγματος. Η κοινότητα και το χωριό αποτελούν τα συνήθη μεγέθη αναφοράς- τόσο μικρά όσο να μπορεί εξ αυτών να αναδειχθεί η δυναμική που μπορεί να επηρεάσει πολύ μεγαλύτερου εύρους συσσωματώσεις και τόσο μεγάλα, ώστε να μπορούν να εγγυηθούν την ελευθερία της επιλογής. Να μπορεί, δηλαδή, μια κοινωνία ή άτομο να «μάθει» από το παράδειγμα αλλά και να πράξει «άλλως», ακόμη κι αν τούτο θα έχει αρνητικές συνέπειες επ’ αυτών («ενδέχεσθαι άλλως έχειν»). Η ανάδειξη της απειρότητας του κόσμου μέσω εναλλακτικών ακόμη και προς τον ορθολογισμό, είναι σημαντικότερη από την επιβολή του, αφού η διατήρηση της ποικιλότητας συνιστά  ανώτερη αρχή που μπορεί να εγγυηθεί (και) την ύπαρξη αυτού του ίδιου του ορθολογισμού.      

Και ο Αλσατός; Η τύχη του, σύμφωνα με τα προηγούμενα, θα κριθεί βάσει ενός ελληνικού τριλλήματος:

Στην πρώτη περίπτωση που έρχεται, με τον απαραίτητο δυτικό «τυφλοσούρτη» (blueprint) υπό μάλης, θα συναντήσει ποικίλες αντιδράσεις κι ακόμη κι αν διερωτάται περί του ιδιόρρυθμου των Ελλήνων (ομού μετά των καρτεσιανών Ελλήνων), θα αποτύχει μετά βεβαιότητας.

Στη δεύτερη περίπτωση όπου θα εργαστεί σκληρά και θα προσπαθήσει να αποδείξει ότι είναι «φιλέλληνας», μάλλον τα επιτεύγματά του δεν θα καταφέρουν να υπερβούν έναν τεχνικό χαρακτήρα. Προσωρινώς, μπορεί να είναι θετικά αλλά θα απέχουν, πόρρω, από το να αποτελέσουν μια βιώσιμη μεταρρύθμιση.

Στην τρίτη περίπτωση, όπου κάνει την υπέρβασή του και έναντι των αφεντικών του, και αποφασίσει να «καεί» ομού μεθ’ ημών, μπορεί να αλλάξει τα πράγματα σε βάθος και να εγγραφεί στη χορεία των μεγάλων μεταρρυθμιστών. Το τίμημα εδώ είναι η αυτο-αναίρεσή του.

Εκ πείρας, οι δύο πρώτες εναλλακτικές συγκεντρώνουν πολύ περισσότερες πιθανότητες από την τρίτη. Γι αυτό, στην υποθετική περίπτωση όπου μας παρακολουθεί, θα του συνιστούσαμε, ενθέρμως, να παραιτηθεί της φιλοδοξίας να ολοκληρώσει την ελληνική φορολογική μεταρρύθμιση.

Θα μπορούσε να το διασκεδάσει μ’ ενα κλασικό αλσατικό σουκρούτ. Υποθέτουμε, μετά βεβαιότητας, ότι δεν θα αισθανθεί εκείνη την ανυπέρβλητη νοσταλγία που νοιώθαμε όσοι εξ ημών ήμασταν υποχρεώμενοι να καταναλώνουμε, τακτικά, το εν λόγω έδεσμα λαχταρώντας έναν γύρο-πίττα...

Newsletter

Εγγραφείτε στο Newsletter μας.