Εκτύπωση

Σωφρονιστική πολιτική, η «αντιπαθής» πολιτική;

Συντάχθηκε απο τον/την Έφη Λαμπροπούλου on .

prisonΑνάλογα με το αντικείμενο στο οποίο αναφέρεται κάθε δημόσια πολιτική είναι περισσότερο ή λιγότερο ελκυστική είτε στους ίδιους τους πολιτικούς, είτε στην κοινή γνώμη ή τα ΜΜΕ, π.χ. η οικονομική είναι η δύσκολη πολιτική, η δημόσια διοίκηση η απαιτητική πολιτική, ο πολιτισμός και ο τουρισμός είναι η χαρούμενη πολιτική, ενώ η σωφρονιστική πολιτική ήταν ανέκαθεν, πολύ περισσότερο δε τώρα, η αντιπαθής πολιτική. Το υπουργείο Δικαιοσύνης το οποίο ασχολείται με δύο ζητήματα, τα δικαστήρια και τα καταστήματα κράτησης δεν ήταν ποτέ αγαπητό από τους υποψήφιους υπουργούς. Όσον αφορά τα δικαστήρια, το υπουργείο ασκεί μάλλον έναν αφ’υψηλού έλεγχο  χωρίς ουσιαστικές παρεμβάσεις ή προσπάθειες για αλλαγές στη γενικότερη λειτουργία των δικαστηρίων. Οι αποφάσεις λαμβάνονται από την οργάνωση της δικαιοσύνης. Αντιθέτως, στα καταστήματα κράτησης ο ρόλος  του είναι καταλυτικός.

Ι. Ενώ τα καταστήματα κράτησης συγκέντρωναν ανέκαθεν το ενδιαφέρον των ειδικών και των πολιτικών, από τα μέσα της δεκαετίας του ’90 παρατηρήθηκε  σταδιακή υποχώρηση του ενδιαφέροντος και μετατόπιση της συζήτησης στην εγκληματικότητα, για να επανέλθει το θέμα των φυλακών με τις δύο θεαματικές αποδράσεις του Βασίλη Παλαιοκώστα και Αλκέτ Ριζάι το 2006 και το 2009, και την εξαφάνισή του Χριστόδουλου Ξηρού ο οποίος παραβίασε την άδειά τον Φεβρουάριο 2014. Και πάλι όμως το ενδιαφέρον παραμένει υποτονικό με διαφορετική οπτική από το παρελθόν. Προηγουμένως, τόσο οι πολιτικοί όσο και οι ειδικοί αναφέρονταν στις συνθήκες διαβίωσης και την ανάγκη βελτίωσης των υποδομών, την εφαρμογή εναλλακτικών ποινών στη στέρηση της ελευθερίας, στα προγράμματα βελτιωτικής μεταχείρισης (εργασία, εκπαίδευση) και την ανάγκη ουσιαστικής υποστήριξης της κοινωνικής επανένταξης των αποφυλακιζομένων. Τώρα περιορίζεται σε πρακτικά προβλήματα και είναι εμφανής η απροθυμία να θιγούν ζητήματα σε βάθος, ακόμη και προσωρινά, από όλες τις πλευρές με πρώτα τα ΜΜΕ.

Οι φυλακές προσέφεραν επίσης ένα ευρύ πεδίο άσκησης συμβολικής πολιτικής. Αυτή εκφράσθηκε με τις συχνές νομοθετικές μεταβολές επιμέρους ζητημάτων και με προσθήκες στη σχετική νομοθεσία, με απώτερο στόχο να δείχνουν το ενδιαφέρον των κυβερνήσεων και εν γένει της πολιτικής, καθώς και τη δραστηριοποίησή τους για το θέμα. Όμως, ουσιαστικές βελτιώσεις ή αλλαγές αναστέλλονταν, συνήθως, χωρίς σαφή αιτιολογία.

Η μείωση του ενδιαφέροντος για τα σωφρονιστικά καταστήματα δεν αφορά μόνο την Ελλάδα, αλλά τις περισσότερες ανεπτυγμένες χώρες. Στην Ελλάδα συνδέεται με πολύ έντονες αλλαγές στην εγκληματικότητα εξαιτίας των γενικότερων κοινωνικοπολιτικών και οικονομικών ανακατατάξεων στα γειτονικά βαλκανικά κράτη αρχικά, και της ελευθερίας κινήσεων στα σύνορα στη συνέχεια. Εκτός από την αύξηση της κοινής εγκληματικότητας, αδικήματα, όπως ένοπλες ληστείες και απαγωγές ή ξεκαθαρίσματα λογαριασμών με δολοφονίες, εκτεταμένο εμπόριο πορνείας, ανήκουστα για τη χώρα μέχρι το 1990, έγιναν πιο συνηθισμένα. Συνολικά, μέθοδοι, μορφές και οργάνωση της εγκληματικής δράσης παρουσίασαν  σημαντικές μεταβολές ως έκφραση της παγκοσμιοποίησης και των οικονομικο-πολιτικών ανακατατάξεων στο περιβάλλον της Ελλάδας.

Ενώ μεταξύ 1980-85 τα καταγεγραμμένα κακουργήματα δεν ξεπερνούσαν τα 1.500 ετησίως, στη συνέχεια παρατηρείται υπερπενταπλασιασμός τους - 2000: 4.444, 2005: 5.672, 2009: 8.550-, και υπερτετραπλασιασμός της αναλογίας τους στον πληθυσμό (12/100 χιλ., 55/100, 82/100 χιλ). [1] Μια μικρή ένδειξη της επίδρασης των οικονομικο-πολιτικών αλλαγών αποτελεί ίσως η αύξηση των κακουργημάτων ειδικά το διάστημα 1990-96, η μεγαλύτερη αύξηση των πρόσφατων δεκαετιών με επταπλασιασμό τόσο του απόλυτου αριθμού τους (4.692-8.244) όσο και της αναλογίας τους στον πληθυσμό εκείνη την περίοδο: 51-86 ανά 100 χιλ. κατοίκους. Γενικά τα κακουργήματα από 0,3% έφτασαν στο 2,2-2,6% των καταγραφέντων αδικημάτων. Η αναλογία του συνόλου των αδικημάτων ανά 100 χιλ. κατοίκους, συνυπολογιζομένων των έντονων αυξομειώσεων, αναπτύχθηκε μέσα σε είκοσι έτη από 3.400 σε 4.300, για να μειωθεί το 2009 σε 3.687 αδικήματα ανά 100 χιλ. κατοίκους ηλικίας άνω των οκτώ ετών. Έτσι κι αλλιώς ο αριθμός των καταγεγραμμένων αδικημάτων είναι μόνον ένας δείκτης μέτρησης της εγκληματικότητας, διότι η βαρύτητα και το είδος του αδικημάτων είναι ένας άλλος εξίσου σοβαρός. Η μεγαλύτερη αύξηση παρατηρείται στις καταγεγραμμένες κλοπές (περισσότερες από 100 χιλ. τον χρόνο, 2011: 106.983, 2013: 97.690) και τις ληστείες (περί τις 4 χιλ., δηλ. περί τις 10 ληστείες την ημέρα˙ 2011: 4.544, 2013: 3.904), καθώς επίσης στην πλαστογραφία εγγράφων, πιστοποιητικών, αδικημάτων που σχετίζονται με τη νομοθεσία περί ναρκωτικών, λαθρεμπόριο κ.ά. Ως εκ τούτου, τα παραπάνω σε συνδυασμό με την πιθανολογούμενη θυματοποίηση μεγάλου μέρους του πληθυσμού και τη σκανδαλολογία των ΜΜΕ, ατόνησαν το έστω υποτυπώδες ενδιαφέρον του κοινού και μερίδας ειδικών για την κατάσταση στις φυλακές.

Μοναδικοί φορείς που εξακολούθησαν να δείχνουν ενδιαφέρον ήταν οι δικηγορικοί σύλλογοι, κυρίως διότι αφορά τη δυνατότητα υπεράσπισης των πελατών τους, πρωτοβουλίες δικηγόρων, και επιτροπές για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τα δικαιώματα των κρατουμένων, ιδιαίτερα μετά τις συλλήψεις και την προφυλάκιση τα τελευταία χρόνια κατηγορουμένων για τρομοκρατία. Στις φυλακές ασκείται παραδοσιακά ένας υποτυπώδης κοινωνικός έλεγχος με την παρουσία φορέων, όπως δικηγορικών συλλόγων, επιτροπών που αναφέραμε, εθελοντικών ή φιλανθρωπικών οργανώσεων και μετά το 2000, ΜΚΟ.

Ανέκαθεν η εποπτεία εκτέλεσης των ποινών και η προστασία των δικαιωμάτων των κρατουμένων διενεργείτο από εισαγγελικούς λειτουργούς, σύμφωνα με τις αρμοδιότητές τους όπως ορίζονται στον Σωφρονιστικό Κώδικα (άρ. 85  ΣΚ, άρ. 572 ΚΠΔ) και τον Εσωτερικό Κανονισμό των καταστημάτων κράτησης (τύπου Α' και Β' , άρ. 7, Υ.Α. 58819-7/4/2003, ΦΕΚ Β-463). Ο έλεγχος όμως που ασκούν οι αρμόδιοι εισαγγελείς είναι συνήθως τυπικός, λόγω του υπερπληθυσμού και των πολλών καθηκόντων τους.

Το 2002 δημιουργήθηκε Σώμα Επιθεώρησης και Ελέγχου των Καταστημάτων Κράτησης (Σ.Ε.Ε.Κ.Κ.), οι «ράμπο των φυλακών» όπως τους ονόμασαν, με στόχο τακτικούς και έκτακτους ελέγχους για την εύρυθμη λειτουργία των φυλακών και τη διαφάνεια των συνθηκών κράτησης (Ν. 3090/2002, άρ. 3[2] ΦΕΚ Α 329-24/12/2002). Το εννεαμελές Σώμα, επικεφαλής του οποίου είναι συνταξιούχος δικαστικός λειτουργός και μέλη του δημόσιοι υπάλληλοι ή υπάλληλοι ΝΠΔΔ που αποσπώνται στο υπουργείο Δικαιοσύνης (άρ. 3[3]), αποτελεί ειδική υπηρεσία του Υπουργείου υπαγόμενη απευθείας στον Γενικό Γραμματέα (του Υπουργείου). Μέχρι τώρα το Σώμα δεν έχει δημοσιεύσει κάποια έκθεση, αν και είναι γεγονός ότι δεν στελεχώθηκε αμέσως με την ίδρυσή του. Απουσιάζει, μάλιστα, όλα αυτά τα χρόνια οιαδήποτε αναφορά στις δράσεις του ακόμα και από την Ετήσια έκθεση του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης (2012), στην οποία καταγράφεται συνοπτικά το έργο όλων των ελεγκτικών σωμάτων της δημόσιας διοίκησης.

Τα σωφρονιστικά καταστήματα υπόκεινται επίσης στην αρμοδιότητα της ανεξάρτητης Αρχής  του Συνήγορου του Πολίτη ως περιφερειακές υπηρεσίες του υπουργείου Δικαιοσύνης, και επομένως ως κοινές δημόσιες υπηρεσίες (Άρ. 103 παρ. 9 Συντ/τος), η οποία δείχνει και ιδιαίτερο ζήλο για το θέμα.

ΙΙ. Η αύξηση του αριθμού και της βαρύτητας των αδικημάτων συνοδεύτηκε από την επιβολή αυστηρότερων ποινών. Αν και η αντεγκληματική πολιτική χαρακτηριζόταν από επιείκεια τόσο κατά την επιβολή του νόμου όσο και κατά την εφαρμογή του, τα τελευταία χρόνια υπάρχει στροφή στην αυστηρότητα. Τον Μάρτιο 2007, ο ΔΣΑ εξέφρασε σε ανακοίνωσή του  τον προβληματισμό και την ιδιαίτερη ανησυχία του με τα όσα διαδραματίζονται στον χώρο της Δικαιοσύνης. Μεταξύ άλλων αναφέρθηκε στην αυστηροποίηση των ποινών ως αντίδραση των δικαστών σε υποθέσεις ‘διαφθοράς’ συναδέλφων τους, γνωστές ως ‘παραδικαστικό’, στην προσπάθειά τους να εμφανίζονται αδέκαστοι και στη de facto κατάργηση της αρχής της επιείκειας, ιδίως υπέρ των πιο αδύναμων κατηγοριών πολιτών, παρά τις έντονες αντιδράσεις του Συλλόγου, αλλά και του ίδιου του Προέδρου του Αρείου Πάγου.  Επίσης, ότι  ο θεσμός της προσωρινής κράτησης, κατά παραγνώριση των υπό του νόμου τιθεμένων όρων και προϋποθέσεων, συνεχίζει να χρησιμοποιείται από σημαντική μερίδα δικαστικών λειτουργών, ως ‘προκαταβολή’ ποινής.[2]

Όμως και αυτή η αύξηση της διάρκειας των ποινών είναι μάλλον περιορισμένη, δηλ. δεν αφορά το μεγαλύτερο μέρος των καταδικασθέντων, αλλά των πιο ευάλωτων, και όχι κατ’ ανάγκην των πιο αδύναμων, όπως προαναφέρθηκε. Η χρήση της προφυλάκισης οφείλεται, κατά την γνώμη μου, στη βαρύτητα των αδικημάτων, στον μεγάλο αριθμό των αλλοδαπών κατηγορούμενων υπόπτων, οι οποίοι δεν έχουν σταθερή διαμονή και υπάρχει «κίνδυνος φυγής» κατά την εκτίμηση ανακριτή και εισαγγελέα ή δικαστικού συμβουλίου, οφείλεται επίσης στον φόρτο εργασίας των εισαγγελιών και των δικαστηρίων ώστε να μελετήσουν ενδελεχώς την υπόθεση εξ αρχής, ενώ σε κρίσιμες υποθέσεις προτιμούν την προφυλάκιση για να μην αποδειχθεί στην πορεία ότι έκαναν λάθος και διαφύγει ο κατηγορούμενος. Ο φόρτος όμως των δικαστηρίων και η αργοπορίες στο να εκδικάζονται οι υποθέσεις έχει οδηγήσει στο να αποφυλακίζονται άτομα λόγω παρόδου του χρόνου προφυλάκισης χωρίς να δικαστούν. με τα γνωστά αποτελέσματα της εξαφάνισης τον Οκτώβριο 2011 της ομάδας Mαζιώτη (3 άτομα) μετά την αποφυλάκισή τους, και στις 10 Φεβρουάριο 2014 ενός ακόμη κατηγορουμένου για τρομοκρατική δράση, του Κώστα Σακκά, λόγω παρέλευσης του 18μήνου. Είναι λυπηρό ότι για τουλάχιστον 20 χρόνια, δεν υπάρχει καμιά ουσιαστική βελτίωση στο σύστημα ελέγχου ούτε των εν αδεία τελούντων και των υποδίκων αποφυλακισθέντων (παρά την ύπαρξη των επιμελητών κοινωνικής αρωγής), ούτε και βελτίωση στην ταχύτητα απονομής δικαιοσύνης που αντιμετωπίστηκε κυρίως με την αύξηση των μονομελών και την κατάργηση αριθμού τριμελών πλημμελειοδικείων, πράγμα το οποίο επηρέασε την ποιότητα αποφάσεων και μετέθεσε το πρόβλημα στα δευτεροβάθμια δικαστήρια.

Ο ρόλος των ειδικών σε αυτές τις εξελίξεις είναι περιορισμένος. Η μια μερίδα αντιμετωπίζει κατάσταση τεχνικά και βραχυπρόθεσμα. Η άλλη, συνήθως, αντιμετωπίζει την κατάσταση (την οποία οι περισσότεροι από εμάς εν πολλοίς αγνοούν στις λεπτομέρειές της) μάλλον ιδεοληπτικά παρά ρεαλιστικά και ολοκληρωμένα, σαν να μη θέλουν να καταλάβουν ότι η κατάσταση είναι πολύ πιο σοβαρή και επικίνδυνη, ότι ο πληθυσμός των φυλακών είναι εντελώς διαφορετικός απ’ότι στο παρελθόν, ούτε καν όπως ήταν το 2000. Είναι πάντως αξιοσημείωτο, ότι η μείωση του ενδιαφέροντος για τα καταστήματα κράτησης συνοδεύτηκε από μεγάλη αύξηση του πληθυσμού τους και την κατασκευή νέων φυλακών. Έτσι ο αριθμός των κρατουμένων έφθασε τον Ιανουάριο 2014 τα 12.655 άτομα, απίστευτος αριθμός για την χώρα, αν λάβουμε υπόψη μας την κατάσταση μέχρι το 1990, και η αναλογία τους 117 κρατουμένους ανά 100 χιλ., εκ των οποίων το 21,4% υπόδικοι και 59% αλλοδαποί. Ενδεικτικά, το 1970 ο αριθμός των κρατουμένων ανερχόταν στους 2.643 κρατουμένους, το 1980 στους 2.472, το 1990 στους 3.537, το  1995 στους 3.825, το 2001 στους 6.074, και το 2010 στους 11.364 [101/100 χιλ.][3].

Τα προηγούμενα έχουν οδηγήσει τις φυλακές σε εκρηκτική κατάσταση παρά τις προσπάθειες ελέγχου του υπερπληθυσμού με την σε τακτά χρονικά διαστήματα (ξεκινώντας από το 1984) διεύρυνση των ορίων μετατροπής της ποινής στους 12 και στους 18 μήνες, για να επεκταθεί στους 24 μήνες και αργότερα στα τρία έτη (άρ. 82 [1,2] ΠΚ). Η μετατροπή της ποινής συμπαρασύρει συνήθως την αναστολή εκτέλεσης της ποινής και την υφόρον απόλυση. Eντούτοις, η κατάσταση στα καταστήματα κράτησης, ειδικά μετά το 2000, γίνεται απάνθρωπη και προσβλητική για τους κρατουμένους και όλη την χώρα, αφού η χωρητικότητα υπερκαλύπτεται κατά 140-170%. Το 2005, ο Ν. 3346 έδωσε τη δυνατότητα μ.ά. στους κρατούμενους με ποινή φυλάκισης για πλημμέλημα να αποφυλακισθούν, εφόσον κατά τη δημοσίευση του νόμου είχαν εκτίσει με οποιονδήποτε τρόπο (π.χ. με ευεργετικό υπολογισμό ή ως προφυλάκιση) το 1/5 της ποινής τους, η οποία δεν ήταν μεγαλύτερη των δύο ετών και το 1/3 εάν ήταν μεγαλύτερη των δύο ετών (άρ. 30). Η εφάπαξ εφαρμογή των μέτρων δείχνει την πυροσβεστική αντιμετώπιση και την πίεση στην οποία βρίσκονται οι αρμόδιοι, οι οποίοι ενεργούν τελικά σε βάρος της ασφάλειας του κοινωνικού συνόλου, εάν δεχθούμε ότι υπάρχει στοιχειώδης αναλογία μεταξύ διαπραχθέντων αδικημάτων και επιβληθεισών ποινών.

Το ίδιο είχε γίνει και το 1999 με τον Ν. 2721 (άρ. 15). Ανάλογες προσπάθειες επαναλαμβάνονται και τώρα με τη μια ή την άλλη μορφή (όπως π.χ. Ν. 4043/2012, άρ. 19, Ν. 4242/2014 Αποφυλακίσεις χρονίως πασχόντων, γυναικών κρατουμένων με ανήλικα παιδιά στη φυλακή). Παρόλα αυτά, η ανοδική πορεία δεν ανατράπηκε ούτε με τα κατά καιρούς σύγχρονα «αμνηστευτικά διατάγματα» για να θυμηθούμε το παρελθόν, ούτε και με την αύξηση των θέσεων, αφού αυτές συμπαρασύρουν τον αριθμό των κρατουμένων. Για παράδειγμα, το 2002 με 5.284 θέσεις ο πληθυσμός έφτασε σύμφωνα με στοιχεία του Συμβουλίου της Ευρώπης και της Eurostatτα 8.507 άτομα, το 2005  με 5.584 θέσεις στους 9.589 κρατούμενους,[4] το 2010 η κατάσταση εμφανίζεται λίγο καλύτερη με 9.223 θέσεις και 11.364 κρατούμενους.

Ακόμη πιο θλιβερή είναι η κατάσταση στο νοσοκομείο κρατουμένων, λόγω του αυξανόμενου αριθμού οροθετικών κρατουμένων και πασχόντων από μεταδοτικές ασθένειες. Στο νοσοκομείο νοσηλεύονται 139 οροθετικοί κρατούμενοι από 45 το 2011. Το 2013 υπήρχαν 100 κρεβάτια και περίπου 230 στο ψυχιατρείο, όλα για άνδρες, ενώ για τις 600 γυναίκες κρατούμενες ούτε ένα.[5] Η κατάσταση του νοσοκομείου κρατουμένων είναι δυσάρεστη και για άλλους λόγους, την τεράστια έλλειψη ιατρικού και νοσηλευτικού και των περικοπών.[6] Είναι μάλλον μάταιο να αναμένουμε ότι η κατάσταση θα βελτιωθεί υπό τις παρούσες οικονομικές συνθήκες με τη διάλυση του δημόσιου συστήματος υγείας. Παρ’ όλα αυτά, η λειτουργία από το 2011 της τηλε-ψυχιατρικής για όλες τις γυναίκες που χρειάζονται υποστήριξη στις φυλακές της Θήβας είναι ενθαρρυντική.

Συνοψίζοντας, ενώ όλη τη δεκαετία του ’80 ο αριθμός των κρατουμένων μειώνεται, από τα μέσα του ’90 αυξάνεται σταδιακά παρά τη συχνή νομοθέτηση εναλλακτικών μέτρων, εντός της καθιερωμένης πολιτικής, ώστε να αποφευχθεί η εισαγωγή στις φυλακές. Παράλληλα, αυξάνει η βαρύτητα των αδικημάτων, ο αριθμός των αλλοδαπών, των υποδίκων και των κρατουμένων για παραβάσεις της νομοθεσίας περί ναρκωτικών ουσιών.  Μετά το 1998, ο αριθμός των υποδίκων κυμαίνεται στο 24-30% του πληθυσμού των κρατουμένων, και των αλλοδαπών στο 45-50% των καταδίκων κρατουμένων, οι οποίοι εκπροσωπούν και το 14-25% του συνόλου των υποδίκων.[7] Η Σύμβαση (1983/1985) για την μεταφορά αλλοδαπών καταδίκων (Ν. 1708/1987) με το Πρόσθετο Πρωτόκολλο (18/12/1997, Ν. 3351/2005) και οι διμερείς συμφωνίες της Ελλάδας δεν βελτίωσαν την κατάσταση. Το 2000 οι κρατούμενοι για αδικήματα της νομοθεσίας περί ναρκωτικών εκπροσωπούσαν το 28% των κρατουμένων, το 2004 το 35,4%, ενώ το 2008 το 42.7%.[8]

  

III. Όπως σημειώνει το 2008 η Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, «η κατασκευή νέων καταστημάτων κράτησης, αποτελεί, συστηματικά, την καρδιά των απαντήσεων της ηγεσίας του υπουργείου Δικαιοσύνης»[9] σε τυχόν ερωτήσεις και κριτική την κατάσταση στις φυλακές από οποιαδήποτε πλευρά κι αν προέρχεται. Έτσι, από 27 στο τέλος του 1999 τα καταστήματα κράτησης αυξήθηκαν σε 33.

Η ανέγερση νέων σωφρονιστικών καταστημάτων θα μπορούσε να θεωρηθεί θετική από την άποψη της βελτίωσης των συνθηκών διαβίωσης των κρατουμένων. Εάν λάβουμε υπόψη όμως τη διεθνή[10] και την ελληνική εμπειρία, σε συνδυασμό με την ακολουθούμενη σωφρονιστική πολιτική ιδιαίτερα τις δύο τελευταίες δεκαετίες στη χώρα μας, δεν μπορούμε να είμαστε αισιόδοξοι. Το παράδειγμα του Ειδικού Καταστήματος Κράτησης Νέων στον Αυλώνα και τον Βόλο, του Αγροτικού Καταστήματος Ανηλίκων στην Κασσαβέτεια ή ακόμη και της Δικαστικής Φυλακής Κορυδαλλού, αλλά και των νεόκτιστων φυλακών από το 2000 και μετά, έδειξαν ότι η ανέγερση νέων σωφρονιστικών καταστημάτων ή η δημιουργία περισσότερων θέσεων στις φυλακές οδήγησε σε ακόμη μεγαλύτερη αύξηση των κρατουμένων.

Η δημιουργία νέων φυλακών αποτελεί, επομένως, παρέμβαση καθαρά διαχειριστική. Τις δεκαετίες 1970 και ’80 τα μέτρα που λήφθηκαν από τις κυβερνήσεις ήταν λίγο έως πολύ σπασμωδικά μετά από εξεγέρσεις, αποδράσεις και αυτοκτονίες κρατουμένων στα σωφρονιστικά καταστήματα της χώρας, βελτίωσαν  ωστόσο από πολλές απόψεις τις συνθήκες. Όμως τις επόμενες δεκαετίες οι παρεμβάσεις οφείλονται σε πρακτικούς-«προληπτικούς» λόγους, δηλαδή τον έλεγχο του συστήματος και τη συντήρηση της λεπτής ισορροπίας του για την αποφυγή βίαιων εκρήξεων ή/και την έκθεση της χώρας στη διεθνή και λοιπή ευρωπαϊκή κοινότητα, και είναι ακόμη περισσότερο σπασμωδικές και πρόχειρα μελετημένες, όπως π.χ. η αναγγελία για χρήση ή όχι ηλεκτρονικού βραχιολιού, εάν θα είναι αγορασμένο ή νοικιασμένο. Η δε διοίκηση των φυλακών έχει αφήσει να εννοηθεί ότι πιέζεται αφόρητα από το περιβάλλον των κρατουμένων.

 

IV. Η CPT, επιτροπή του Συμβουλίου της Ευρώπης για την πρόληψη της ταπεινωτικής μεταχείρισης,[11] έχει κατ’ επανάληψη αξιολογήσει αρνητικά την χώρα κατά τις επισκέψεις της και έχει διαπιστώσει μ.ά. εκτός από τον υπερπληθυσμό, την «ενδεή κατάσταση» των φυλακών, και την ανάγκη να βελτιωθούν οι παρεχόμενες υγειονομικές υπηρεσίες στους κρατούμενους με τη διάθεση περισσότερων πόρων από το ελληνικό κράτος.[12]

Ειδικά το ελλιπές νοσηλευτικό/ιατρικό προσωπικό[13] έχει αποτελέσει σημείο κριτικής της Επιτροπής. Όμως, γιατροί και νοσηλευτές για διάφορους λόγους (πιθανότερο οικονομικούς) δεν δείχνουν ενδιαφέρον να εργαστούν στα καταστήματα κράτησης, γι’ αυτό κυρίως το υπουργείο καλύπτει τις ανάγκες από προσωπικό μερικής απασχόλησης (κατ’ επίσκεψη). Το δυο φορές ανακοινωθέν μέτρο του Υπουργείου (2008, 2014) για την ένταξη των νοσοκομείων κρατουμένων στο ΕΣΥ δεν έχει υλοποιηθεί.

Η CPT προχώρησε τον Μάρτιο 2011 σε Δημόσια Δήλωση για την κατάσταση των φυλακών στην Ελλάδα. «Η CPT διαπίστωσε σταθερή επιδείνωση των συνθηκών ζωής και της μεταχείρισης των κρατουμένων στις φυλακές κατά τη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας. Η Επιτροπή εντόπισε αριθμό ουσιαστικών διαρθρωτικών ζητημάτων (έμφαση Ε.Λ.) εξαιτίας των οποίων υπονομεύονται οι προσπάθειες θεραπείας της κατάστασης.

Μεταξύ αυτών η έλλειψη στρατηγικού σχεδίου για τη διοίκηση του συστήματος των φυλακών (έμφαση Ε.Λ.), οι οποίες αποτελούν πολύπλοκα ιδρύματα, η έλλειψη αποτελεσματικού συστήματος εκθέσεων και εποπτείας και η ανεπαρκής διοίκηση του προσωπικού (έμφαση Ε.Λ.). Στις εκθέσεις της η CPT έχει τονίσει την ακατάλληλη υλικοτεχνική υποδομή, την απουσία δραστηριοτήτων των κρατουμένων και την ανεπαρκή υγειονομική περίθαλψη.[14] Η Επιτροπή διαπίστωσε ότι λόγω της ανεπαρκέστατης στελέχωσης των φυλακών, ο έλεγχος στους κοιτώνες ορισμένων φυλακών που επισκέφθηκε έχει στην πράξη αφεθεί σταδιακά στα χέρια ομάδων ισχυρών κρατουμένων. Τα προβλήματα αυτά επιτείνονται λόγω του σοβαρού συνωστισμού στις περισσότερες ελληνικές φυλακές.

Οι ελληνικές αρχές οφείλουν επιτέλους να αναγνωρίσουν ότι το σωφρονιστικό σύστημα όπως λειτουργεί σήμερα δεν είναι σε θέση να παράσχει ασφάλεια και προστασία στους κρατούμενους (έμφαση Ε.Λ.). Οι συζητήσεις με τις αρμόδιες κεντρικές αρχές στην Αθήνα ανέδειξαν την έλλειψη κατανόησης εκ μέρους τους της πραγματικής κατάστασης στα σωφρονιστικά καταστήματα της χώρας.

Με τα ευρήματα της επίσκεψης του 2011 επιβεβαιώνεται ότι (…) καμία ενέργεια δεν έχει γίνει στην κατεύθυνση της συμμόρφωσης με τις επανειλημμένες συστάσεις της CPT για τη βελτίωση της κατάστασης στις εγκαταστάσεις που επισκέφθηκε το κλιμάκιο και δη όσον αφορά τις συνθήκες διαβίωσης, τη στελέχωση, τις δραστηριότητες των κρατουμένων και συγκεκριμένες πτυχές της υγειονομικής περίθαλψης, για να μην αναφέρουμε τα φαινόμενα βίας μεταξύ κρατουμένων».[15]

Ένα ενδιαφέρον θέμα που μας δίνεται η δυνατότητα να θίξουμε με βάση τις παρατηρήσεις και τις συστάσεις της Επιτροπής είναι το φυλακτικό προσωπικό. Η Επιτροπή τονίζει σε παλαιότερη έκθεσή της (2006) ότι παρά τις προσλήψεις φυλακτικού προσωπικού ουδεμία βελτίωση της αναλογίας του ως προς τους κρατούμενους υπάρχει. Επίσης, ότι η εκπαίδευσή του είναι υποτυπώδης και ρητή η αδυναμία του να ανταπεξέλθει στα καθήκοντά του αποτελεσματικά, διότι οι υπάλληλοι δεν καταρτίζονται ικανοποιητικά ούτε ανανεώνονται οι γνώσεις τους με σεμινάρια και τεχνικές.[16]

Το υπουργείο Δικαιοσύνης καίτοι πραγματοποιούσε (μέχρι το 2010) τακτικά προσλήψεις σωφρονιστικού προσωπικού, δεν αυξήθηκε η αναλογία του προς τους κρατουμένους, αλλά μειώθηκε σε σχέση με τη δεκαετία του 1990. Το 1990 το προσωπικό φύλαξης ανερχόταν σε 1.716 άτομα (αναλογία 3:1), το 1996 σε 1.648 (3,1:1), το 2000 σε 1.711 (4,7:1), τον Μάιο 2008 σε 2.464 άτομα (4,8:1) και τον Μάρτιο 2014 σε 1.995 άτομα (6,3:1). Σ’ αυτούς δεν περιλαμβάνεται η εξωτερική φρούρηση των φυλακών.

Η αύξηση της αναλογίας φυλακτικού προσωπικού και κρατουμένων παρά την τακτική και κατά προτεραιότητα πρόσληψη σε σχέση με άλλους κλάδους των καταστημάτων κράτησης μπορεί να ερμηνευτεί είτε με το αρκετά υψηλό ποσοστό προσωπικού που συνταξιοδοτείται, παραιτείται, αποσπάται ή μετατίθεται σε άλλη υπηρεσία του υπουργείου Δικαιοσύνης (συνήθως κατόπιν αίτησής του), αλλά και στην αύξηση των καταστημάτων κράτησης και την αύξηση των κρατουμένων. Παρατηρούμε λοιπόν να διαγράφεται ο ίδιος κύκλος όπως με τα όρια της μετατροπής, της αναστολής και της υφόρον απολύσεως: τα όρια διευρύνονται και παρόλα αυτά οι κρατούμενοι αυξάνουν. Αν και προσλαμβάνεται φυλακτικό προσωπικό, εν τούτοις δεν επαρκεί. Στις 11 Απριλίου 2014 εντάχθηκαν 372 πρώην δημοτικοί αστυνομικοί στο φυλακτικό προσωπικό των καταστημάτων κράτησης και αναμένεται η πρόσληψη ακόμη 692 ατόμων, σύμφωνα τουλάχιστον με τα δημοσιεύματα του Τύπου.[17]

Πλην όμως των άλλων προβλημάτων παρατηρείται και η γνωστή στη δημόσια διοίκηση ανορθολογική κατανομή προσωπικού. Για παράδειγμα, τον Μάρτιο του 2014 στη γυναικεία φυλακή της Θήβας με 417 κατάδικες κρατούμενες υπηρετούσαν 81 σωφρονιστικοί υπάλληλοι, δηλ. αναλογία 1:5, 2 ψυχολόγοι, 2 κοινωνικοί λειτουργοί και 3 νοσοκόμες. Στη δικαστική φυλακή Κορυδαλλού με πληθυσμό 167 υπόδικες κρατούμενες υπηρετούσαν 190 άτομα σωφρονιστικό προσωπικό, δηλαδή αναλογία 1:1 (!), 3 ψυχολόγοι, 9-10 κοινωνικοί λειτουργοί και 1 νοσοκόμα. Βέβαια, πρέπει να αναφερθεί ότι το προσωπικό ειδικά στις δικαστικές φυλακές είναι επιφορτισμένο με συχνές συνοδείες των υποδίκων στα δικαστήρια, και με μεγαλύτερο αριθμό αλλοδαπών που έχουν αυξημένες ανάγκες.

Η CPT στην έκθεσή της γράφει ότι οι κρατούμενοι της ανέφεραν μόνο λίγες περιπτώσεις φυσικής κακομεταχείρισης από το προσωπικό, εντούτοις παρατηρεί, ήδη από το 2005, αύξηση της φυσικής βίας μεταξύ των κρατουμένων[18] σε σχέση με το παρελθόν. Επίσης, ο Συνήγορος του Πολίτη σε Ανακοίνωσή του στις 3 Μαΐου 2007, υπογραμμίζει ότι ο αυξανόμενος πληθυσμός δημιουργεί άσχημες συνθήκες διαβίωσης που οδηγούν με τη σειρά τους σε προβλήματα πειθαρχίας και εγκληματικής συμπεριφοράς στις φυλακές. Η CPT αναγνωρίζει ότι ο υπερπληθυσμός δημιουργεί σοβαρές δυσκολίες στο σύστημα της φυλακής να αναπτύξει μέτρα για την αντιμετώπιση των προβλημάτων. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να οδηγήσει τις υπηρεσίες σε ηττοπάθεια.[19]

Η Επιτροπή σημειώνει ότι είναι μάλλον αδύνατο το φυλακτικό προσωπικό να προστατέψει τους κρατούμενους, διότι οι φύλακες φοβούνται για τους ίδιους τους εαυτούς τους και διότι δεν έχουν «αποτελεσματική συνδρομή από τη διοίκηση» (effective management support), όπως ανέφεραν.[20] Πολλοί από τους υπαλλήλους εσωτερικής φύλαξης δήλωσαν ότι η κατάρτισή τους είναι ανεπαρκής, και ότι εκτός από την τρίμηνη αρχική εκπαίδευσή τους, σημ. η οποία έχει γίνει πλέον 40 ημέρες, δεν έχουν λάβει καμία άλλη μορφής εκπαίδευση, σεμινάριο κλπ. για να τους βοηθήσει στα καθήκοντά τους.[21] Μόλις το 2011 πραγματοποιήθηκαν σεμινάρια στο προσωπικό, κόστους 563 χιλ. ευρώ, με έμφαση στη διαπολιτισμικότητα και τις επικοινωνιακές δεξιότητες.[22] Όπως τονίζει όμως η Ομοσπονδία τους στο Διεκδικητικό πλαίσιο 2013 «Τα επικαλούμενα από πολλούς σεμινάρια και η έλλειψή τους δεν αποτελούν λύση όπου και όποτε γίνονται. Τα σεμινάρια δεν δημιουργούν γνώση, απλώς τη συμπληρώνουν. Σεμινάρια πρέπει να γίνονται ως συμπλήρωμα γνώσης, κυρίως όμως για την μεταφορά της εμπειρίας και της καταχωρημένης γνώσης στους νεότερους υπαλλήλους».[23]

Έτσι, αφενός υπερπληθυσμός που ευνοεί τη βία, αφετέρου φόβος και αδυναμία του προσωπικού να αντιμετωπίσει τα προβλήματα, αυξάνει την ανασφάλεια και μειώνει την αυτοεκτίμησή του, επιδρώντας αρνητικά στις σχέσεις του με τους κρατούμενους.

Το φυλακτικό προσωπικό στις συζητήσεις του με την αντιπροσωπεία της CPTανέφερε ότι δεν γνωρίζει σπουδαία πράγματα για το τι συμβαίνει στην πτέρυγα της αρμοδιότητάς τους,[24] αλλά ακόμη κι αν γνώριζε ότι υπάρχει πρόβλημα, δεν θα μπορούσε να παρέμβει ούτε έγκαιρα ούτε αποτελεσματικά. Έτσι, οι κρατούμενοι λύνουν μόνοι τους τις διαφορές τους, με το δικό τους τρόπο, γεγονός που αυξάνει την απογοήτευση ιδίως των πιο αδύναμων.[25] Γι’ αυτό η CPT συνέστησε και τότε στις ελληνικές αρχές να καθορίσουν μια εθνική στρατηγική για την αντιμετώπιση της βίας μεταξύ των κρατουμένων και να εξασφαλίσουν ώστε ασύμβατες κατηγορίες κρατουμένων να μη διαβιώνουν μαζί. Επίσης, επανέλαβε την προηγούμενη σύστασή της για τη διαρκή εκπαίδευση όλου του προσωπικού σε σύγχρονες μεθόδους αντιμετώπισης κινδύνων και τεχνικών παρέμβασης.[26]

Σύμφωνα με τον Σωφρονιστικό Κώδικα (άρ. 6) και όπως έχουν ακόμη επισημάνει αρκετοί ειδικοί στο παρελθόν, αλλά και η CPT από την πλευρά της, οι Αρχές της φυλακής έχουν την ευθύνη να προστατεύουν τους κρατούμενους. Ειδικότερα, το προσωπικό των φυλακών πρέπει να είναι σε διαρκή ετοιμότητα και προετοιμασμένο για επίλυση των προβλημάτων και παρέμβαση όποτε χρειάζεται. Αν και αυτό σχετίζεται με μια ικανοποιητική αναλογία κρατουμένων και προσωπικού, απαιτεί όμως και συνεχή εκπαίδευση του προσωπικού, αλλά πάνω απ’ όλα απαιτεί από τις Αρχές ορθολογική κατανομή προσωπικού και τη διάθεση πόρων όχι μόνο για προσλήψεις. Ένα έμπειρο και ικανό προσωπικό μπορεί να ασχολείται με τους κρατούμενους με αξιοπρεπή και ανθρώπινο τρόπο, δίνοντας παράλληλα προσοχή σε θέματα ασφάλειας και ευταξίας. Αυτό θα βελτιώσει τις σχέσεις του με τους κρατούμενους, θα μειώσει τον κίνδυνο κακομεταχείρισης, θα αυξήσει τον έλεγχο και την ασφάλεια στα καταστήματα. Κατά συνέπεια, θα καταστήσει τη δουλειά του προσωπικού πολύ πιο ικανοποιητική[27] και τις συνθήκες για τους κρατούμενους λιγότερο επικίνδυνες και αποκαρδιωτικές. Οι πρόσφατοι θάνατοι του σωφρονιστικού υπαλλήλου Γεωργίου Τσιρώνη αφενός, και του κρατουμένου Ιλί Καρέλι αφετέρου, μαζί με τις αυξανόμενες επιθέσεις εναντίον του φυλακτικού προσωπικού,[28] καθιστούν σαφές ότι η κατάσταση έχει αλλάξει δραματικά.

Οι αρνητικές επιπτώσεις του υπερπληθυσμού και οι περιορισμένες παραγωγικές δραστηριότητες εξισορροπούνται κατά κάποιο τρόπο με την ευχέρεια που έχουν οι κρατούμενοι να κυκλοφορούν ελεύθεροι πολλές ώρες στους χώρους της φυλακής και το προαύλιο.[29] Στις φυλακές εκτελούνται σύντομης διάρκειας προγράμματα επαγγελματικής κατάρτισης και απασχόλησης, συγχρηματοδοτούμενα συνήθως από το ελληνικό κράτος και την Ευρωπαϊκή Ένωση, με περιορισμένο αριθμό θέσεων ενώ δεν είναι πάντα τα πλέον κατάλληλα για τους κρατούμενους. Εξάλλου, είναι γνωστό ότι τα προγράμματα δεν βοηθούν ιδιαίτερα κάποιον στην ανεύρεση εργασίας ως αποτέλεσμα των εφοδίων που απέκτησε καταρτιζόμενος.[30] Επιπροσθέτως, το κόστος για ψυχαγωγία μειώθηκε πολύ μετά το 1995.

Εξαίρεση και θετικό στοιχείο εθνικής πολιτικής αποτελούν τα σχολεία, τα οποία λειτουργούν στα καταστήματα ανηλίκων και τα σχολεία δεύτερης ευκαιρίας σε ορισμένα καταστήματα ενηλίκων για την απόκτηση απολυτηρίου Δημοτικού/Γυμνασίου, οι τέσσερις αγροτικές φυλακές με τις (υπο-)λειτουργούσες βιοτεχνικές και γεωργικές μονάδες τους, η μονάδα παραγωγής άρτου στην Κεντρική Αποθήκη Υλικού Φυλακών (Κορυδαλλού), καθώς και κάποια εναπομείναντα επαγγελματικά εργαστήρια ως συστατικά της υποδομής των φυλακών (μηχανολογίας αυτοκινήτων και δικύκλων, ξυλουργικής, κεραμικής, ψευδοκοσμήματος και ταπητουργίας).

Είναι γεγονός ότι η δυνατότητα της φυλακής να παρέχει κάποια παραγωγική απασχόληση εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τον υπερπληθυσμό, ενώ η βία και ο εκφοβισμός μεταξύ των κρατουμένων εξαρτάται σημαντικά από τις ασχολίες κατά την έκτιση της ποινής.

 

V. Η Ελλάδα ακολουθεί την πολιτική της επέκτασης του σωφρονιστικού συστήματος αντίστοιχη με άλλες χώρες, ενώ η αντεγκληματική πολιτική της παραμένει ευκαιριακή χωρίς σχεδιασμό. Τα τελευταία χρόνια ταλαντεύεται ανάμεσα σε επιείκεια και αυστηρότητα. Αυτό βοηθά την παράκαμψη μεταρρυθμίσεων στη διοίκηση των φυλακών και τον εκσυγχρονισμό τους (και τεχνολογικά)[31]  ή καλύπτει δυσλειτουργίες στην απονομή της δικαιοσύνης. Το πλεονέκτημα της μετατροπής της ποινής λόγω της ελαφράς εγκληματικότητας, έγινε μειονέκτημα ώστε να μη λαμβάνονται σοβαρά μέτρα για την αντιμετώπιση της αυξανόμενης εγκληματικότητας και της ασφάλειας των πολιτών. Οι δικαστές από την πλευρά τους για μην επιβάλουν μετατρέψιμες ποινές, κάνουν χρήση μεγαλύτερης διάρκειας ποινών κατά της ελευθερίας. Έτσι πλήττεται και το κύρος της ποινής και η γενική πρόληψη, ενώ για την ειδική πρόληψη και την επανένταξη ούτε λόγος. Σ’ αυτό συμβάλλει και η αδυναμία οργανωμένης, ρεαλιστικής και ολοκληρωμένης παρέμβασης από την επιστημονική κοινότητα, σε αντίθεση με άλλες επαγγελματικές ομάδες (π.χ. δικηγορικούς συλλόγους).

Το σωφρονιστικό σύστημα της Ελλάδας λόγω τόσο της χαμηλής  και όχι ιδιαίτερα σοβαρής εγκληματικότητας, καθώς και της σύνθεσης των εγκλείστων, όσο και λόγω της ομοιογένειας του πληθυσμού της, της ανεκτικότητάς του και των έντονων κοινωνικών δεσμών, θα μπορούσε να αποτελέσει υπόδειγμα στην Ευρώπη ή έστω να επιδιώξει μια ξεχωριστή θέση. Τώρα πλέον είναι μάλλον αδύνατο να επιτύχει κάτι τέτοιο και όπως φαίνεται, ακολουθούνται καθιερωμένες πρακτικές και φαινομενικά «εύκολες» λύσεις. Εκτός των άλλων, η εγκληματικότητα, ο μεγάλος αριθμός κρατουμένων και τα πολλά καταστήματα κράτησης εκλήφθηκαν δυστυχώς ως παρενέργεια της προόδου και του εκσυγχρονισμού με αποτέλεσμα την αδράνεια.

Οι κατά καιρούς αρμόδιοι για τη σωφρονιστική και εν γένει τη δημόσια πολιτική της χώρας, και όχι κατ’ ανάγκη μόνο οι πολιτικοί, θα πρέπει να λάβουν υπόψη τους ότι όσο θα εξαπλώνεται το σωφρονιστικό σύστημα και θα αυξάνονται οι κρατούμενοι, δεν θα μειώνεται η εγκληματικότητα ούτε το αίσθημα ανασφάλειας των πολιτών, αλλά αντιθέτως θα αυξάνει, διότι η τάξη η οποία παράγεται με αυτό τον τρόπο είναι εύθραυστη. Επίσης, «επειδή η ζωή συνεχίζεται και μετά από αυτούς, είναι σκόπιμο να ενδιαφέρονται για τις μακροπρόθεσμες συνέπειες των αποφάσεών τους».


[1] Με βάση στοιχεία της Αστυνομίας για αδικήματα και συλλήψεις και της ΕΛΣΤΑΤ, επεξεργασμένα και οριστικοποιημένα στοιχεία για καταδικασθέντες, επιβληθείσες ποινές, κρατούμενους −καταδίκους και υποδίκους− και αποφυλακισθέντες. Πηγή των πληροφοριών για την ΕΛΣΤΑΤ είναι εκτός από την ΕΛ.ΑΣ., τα δικαστήρια και οι αρμόδιες διευθύνσεις του υπουργείου Δικαιοσύνης, οι οποίες τροφοδοτούν με στοιχεία και το Συμβούλιο της Ευρώπης (Annual Penal Statistics, European Sourcebook of Crime and Criminal Justice Statistics).

[2] ΔΣΑ, Ανακοίνωση 7/3/2007.

[3] Οι αριθμοί αφορούν μετρήσεις μια συγκεκριμένη ημερομηνία, συνήθως την 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους, και όχι το σύνολο των κρατουμένων που πέρασαν από τις φυλακές κάθε έτος, που είναι κατά πολύ υψηλότερο, ούτε και τη διακύμανση που μπορεί να εμφανίζεται άλλες ημέρες μέτρησης.

[4]COE 2007, SPACEI 2005.1. Η ΕΛΣΤΑΤ δίνει για την 31η Δεκεμβρίου 2002 και 2005 κατ’εκτίμηση 6.086 και 6.795 κρατουμένους.

[5] Υπουργείο Δικαιοσύνης, 7/3/2014, Αριθ. Πρωτοκόλλου 147, Ερώτηση 6408/19-02-2014 (http://www.hellenicparliament.gr/UserFiles/67715b2c-ec81-4f0c-ad6a-476a34d732bd/8372510.pdf) ΟΣΥΕ, Ανακοινώσεις, 3/7/2012, Αριθ. Πρωτ. 302.

[6] Ένωση Εργαζομένων στο ΚΚ Αλικαρνασσού / Κρήτη (23/2/2014) (http://eyfah1984.blogspot.gr/). Βλ. επίσης ΟΣΥΕ, Ανακοινώσεις, 1/11/2013, Αριθ. Πρωτ. 266.

[7]COE 2007, SPACEI 2005.3, COE 2008, SPACEI 2006.3.

[8] CΟΕ 2008, SPACE Ι 2006.1.4, πρβλ. 2006.7, Eurostat 19/2008: Statisticsinfocus. Populationandsocialconditions19, Πίν. 7.

[9] ΕΕΔΑ 2008, Απόφαση 10/4/2008. Ζητήματα σχετικά με τα δικαιώματα των κρατουμένων και τις συνθήκες κράτησης στις ελληνικές φυλακές, σελ. 6, υποσημ. 17(http://: www.nchr.gr/media/...apofasi_eeda_sofronistiko2008).

[10] Η αύξηση του αριθμού των κρατουμένων δεν παρατηρείται μόνο στην Ελλάδα, αλλά σε πολλές χώρες και τη συντριπτική πλειοψηφία των ευρωπαϊκών. Πρώτες μάλιστα οι ΗΠΑ και η Μεγάλη Βρετανία αντιμετώπισαν το πρόβλημα με το κτίσιμο νέων φυλακών, οι οποίες υπερπληρώθηκαν σε σύντομο διάστημα, με αποτέλεσμα τη στροφή σε ιδιωτικές εταιρείες για την κάλυψη των αναγκών.

[11]Committee for the Prevention of Torture and Inhuman or Degrading Treatment or Punishment: Επιτροπή για την πρόληψη των βασανιστηρίων και την απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση ή τιμωρία. Η CPT έχει διενεργήσει από το 1993 μέχρι το 2013 (4-16/4/2013) ένδεκα επισκέψεις στην Ελλάδα. Οι ελληνικές κυβερνήσεις έχουν συμφωνήσει στη δημοσίευση όλων των Εκθέσεών της και των δικών τους απαντήσεων, καθώς και εκθέσεων που επακολούθησαν για τις προσαρμογές τους στις συστάσεις της.

[12] CPT/Inf (2006)41, paras. 101-103, 106, πρβλ. CPT/Inf (94)20, paras. 150-157, 176.

[13] CPT/Inf (2008)3, par. 52. CPT/Inf (2009) 20, paras. 19, 23, 49, 54.

[14] CPT/Inf (2012)1, par. 74. Βλ. επίσης CPT/Inf (2008)3, par. 54.

[15]CPT/Inf (2011)10(http://www.cpt.coe.int/documents/grc/2011-10-inf-grc.pdf).

[16] CPT/Inf (2006)41, par. 125.

[17]ΕΘΝΟΣ, 29/4/2014,

(http://www.ethnos.gr/v5general2print.asp?catid=23318&subid=20110&pubid=63982978).

[18]CPT 14/9/2005,Press release, Strasbourg. CPT/Inf (2006)41, par. 82.

[19] CPT/Inf (2006)41, par. 75.

[20] CPT/Inf (2006)41, par. 83.

[21] CPT/Inf (2006)41, par. 125.

[22]ΟΣΥΕ, Διεκδικητικό πλαίσιο2013, σελ. 3 (http://www.osye.org.gr/Dplaisio.php).

[23] ΟΣΥΕ, 2013, όπ.π.

[24]Για παράδειγμα, στις ανδρικές φυλακές Κορυδαλλού δύο σωφρονιστικοί υπάλληλοι και ένας αρχιφύλακας ήταν υπεύθυνοι για μια πτέρυγα 400 κρατουμένων. Στις γυναικείες φυλακές Κορυδαλλού δύο φύλακες και μια αρχιφύλακας ήταν υπεύθυνες για πτέρυγα με 200 κρατούμενες, στη δικαστική φυλακή της Χίου δυο σωφρονιστικοί υπάλληλοι και ένας αρχιφύλακας για 160 κρατούμενους (CPT/Inf (2006)41, par. 123). Κατά την επίσκεψη της CPT τον Φεβρουάριο 2007 στις ανδρικές φυλακές Κορυδαλλού, ήταν μόνο ένας σωφρονιστικός υπάλληλος σε υπηρεσία για 446 κρατούμενους στην πτέρυγα Γ και τρεις στην πτέρυγα Δ, παρά την πρόσφατη πρόσληψη 50 δόκιμων υπαλλήλων εσωτερικής φύλαξης (CPT/Inf (2008)3, par. 55). Βλ. επίσης ΟΣΥΕ, Ανακοίνωση 13/7/2012, Αριθ. Πρωτ. 304, σχετικά με απόδραση κρατούμενης. Σύμφωνα με την ανακοίνωση, στο παράρτημα των Γυναικείων Φυλακών Κορυδαλλού δύο σωφρονιστικοί υπάλληλοι επόπτευαν 200 κρατούμενες διασκορπισμένες σε διάφορα τμήματα και σε μία έκταση περίπου 7 στρεμμάτων, ενώ ταυτόχρονα εξελίσσονταν άλλες λειτουργίες της φυλακής, όπως, επισκέψεις συνηγόρων, επισκευές, διαμορφώσεις χώρων, μεταγωγές, κ.ά. όταν βρέθηκαν αντιμέτωπες με ένα περιστατικό απόδρασης κρατούμενης αφού η μία γρονθοκοπήθηκε στο πρόσωπο (http://www.osye.org.gr/arxeiadb/apodrasi_ginaikies_pdf_e167a8f4e66408796dd74fa6b49c8c09.pdf).

[25] CPT/Inf (2006)41, par. 123.

[26] CPT/Inf (2006)41, par. 83.

[27] CPT/Inf (2006)41, paras. 83, 124-125.

[28] Ενδεικτικά, 21/5/2014 (http://www.inewsgr.com/261/kratoumenos-epitethike-me-xyrafi-se-sofronistikous-ypallilous.htm). Για περισσότερα, βλ. Δελτία Τύπου και Ανακοινώσεις ΟΣΥΕ (osye.org.gr).

[29] CPT/Inf (2006)41, par. 93, ΕσωτΚαν καταστημάτων κράτησης, άρ. 8.

[30] Βλ. επίσης ενδεικτικά, Θανοπούλου, M. & Μοσχόβου, B. (1998). Εκπαιδευτική και επαγγελματική πορεία αποφυλακισμένων και ανηλίκων παραβατών. Διερεύνηση μιας βασικής διάστασης των προγραμμάτων κατάρτισης, Αθήνα: ΥΠΕΠΘ, Γενική Γραμματεία Λαϊκής Επιμόρφωσης.  Πετρόπουλος Ν., Λαγανάς, Ν., Μακρίδης, Γ. & Παπαϊωάννου, Μ. (1999). «Οι εκπαιδευτικές ανάγκες και τα ενδιαφέροντα των ανηλίκων στα Σωφρονιστικά Καταστήματα και στα Ιδρύματα Αγωγής Ανηλίκων»,  στο: Επιθεώρηση Επιστημονικών και Εκπαιδευτικών Θεμάτων, Αθήνα: Εκπαιδευτικό και Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, Τεύχος 1: 5-31.

[31] ΟΣΥΕ, Ανακοινώσεις, 3/7/2012, Αριθ. Πρωτ. 302, σελ. 6. ΟΣΥΕ, Προτάσεις Διεκδικητικού πλαισίου 2010, 27/1/2010, Αριθ. Πρωτ. 54, σελ. 5 (http://www.osye.org.gr/Dplaisio.php).

 

 

Newsletter

Εγγραφείτε στο Newsletter μας.