Εκτύπωση

Φωνή (Έλληνος) βοώντος εν τη (Ευρωπαϊκή) ερήμω

Συντάχθηκε απο τον/την Παναγιώτης Καρκατσούλης on .

Greek exampleΑντιλαμβάνομαι ότι βρίσκομαι εκτός συγκειμένου (δεν είμαι trendy, κοινώς) ισχυριζόμενος ότι βασικό μέλημα τόσο των κοινοτικών θεσμών και οργάνων όσο και των αντίστοιχων ελληνικών, ενόψει ευρω-εκλογών ΚΑΙ στην Ελλάδα, θα έπρεπε να ήταν ο ειλικρινής απολογισμός των πεπραγμένων κατά την διάρκεια της κρίσης, ένθεν και ένθεν, καθώς και η συζήτηση επί των προτάσεων περί του μέλλοντος και της αποφυγής σφαλμάτων και παραλείψεων. Είναι σαφές από την πλευρά της «επίσημης» Ευρώπης ότι η αξιολόγηση έχει γίνει και, τελικώς, παρά τα σφάλματα και τις παραλείψεις, η όλη πολιτική της κατά την περίοδο της ελληνικής κρίσης και των Μνημονίων ήταν θετική. Στην Ελλάδα το σχετικό θέμα είχε κλείσει με συνοπτικές διαδικασίες μέχρι την στιγμή που ξανάνοιξε λόγω των πρόσφατων δημοσιευμάτων των Financial Times. Ωστόσο, τα πράγματα παραμένουν σταθερά προβλέψιμα: Η μεν κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι ο απολογισμός είναι θετικός η, δε, αντιπολίτευση ότι είναι αρνητικός. Περί των βαθύτερων αιτιών που οδήγησαν στην ελληνική τραγωδία, των επιπτώσεών τους στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα και, κυρίως, περί των όσων μάθαμε (ή δεν μάθαμε) καθ’ όλο αυτό το διάστημα, τίποτα. Η συζήτηση που θα μπορούσε να οδηγήσει σ’ έναν ελεύθερο, χωρίς καταναγκασμούς, αναστοχασμό έχει ακυρωθεί και στη θέση της έχει μπει το αποτέλεσμα των ευρω-εκλογών, το οποίο με γηπεδικούς όρους έχει προσλάβει χαρακτήρα «τελικής» αναμέτρησης.

Ο σκοπός των (ευρω-)εκλογών είναι, όμως, διαφορετικός και παραμένει κοινός με τον στόχο κάθε εκλογικής αναμέτρησης: Να δημιουργήσει τις εντυπώσεις στους ψηφοφόρους ότι κάτι έγινε ή δεν έγινε κι, αφού οι ψηφοφόροι «πεισμένοι» αποφανθούν, να δοθεί η απαραίτητη νομιμοποίηση στην επόμενη ευρωπαϊκή/εθνική πολιτική ηγεσία να συνεχίσει προς εκείνη την κατεύθυνση που εξυπηρετεί τα συμφέροντά της, τα οποία θα «συμπίπτουν» με τα συμφέροντα της πλειοψηφίας.    

Επομένως, μένει στους «ειδικούς» ο άχαρος ρόλος να μιλήσουν για την «δημόσια πολιτική»/ταμπακέρα. Το ΙΝΕΡΠ έχει, κατά καιρούς, αναλύσει/σχολιάσει αποφάσεις, πολιτικές και πρακτικές που αφορούσαν τη διοικητική αναδιοργάνωση στην Ελλάδα καθώς και τις ευρύτερες κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές ανακατατάξεις που έλαβαν χώρα κατά τα τέσσερα τελευταία χρόνια. Η οπτική μας ήταν, είναι και θα είναι εκείνη της διοικητικής επιστήμης και οργανωτικής θεωρίας. Θεωρούμε ότι σήμερα, έχοντας «ολοκληρώσει» ένα κύκλο «μνημονιακών» αλλαγών, μπορούμε να συστηματοποίησουμε, υπό την μορφή διδαγμάτων, τα όσα «μάθαμε» από την κρίση και τους χειρισμούς για την αντιμετώπισή της. Ίσως κάποιοι κάποτε τα χρειαστούν.

Το παρόν άρθρο προκειμένου να καταλήξει στα συμπεράσματά του, στηρίχθηκε στις εξής υποθέσεις εργασίας:

Α) Η ΕΕ δεν πέτυχε στο διάστημα της ύπαρξής της να επεξεργαστεί και να υιοθετήσει ένα πρότυπο Διακυβέρνησης. Οι χώρες που αντιτίθονταν με σφοδρότητα σ’ αυτό ήταν οι ίδιες χώρες οι οποίες, κατά την περίοδο της κρίσης στην Ελλάδα (2010-2014), πρότειναν και υιοθέτησαν αλλαγές, τις οποίες ούτε γνώριζαν ούτε μπόρεσαν να υποστηρίξουν με αποτέλεσμα η χειμαζόμενη χώρα να αποδιοργανωθεί έτι περαιτέρω.

Γ) Ειδικότερα, όσον αφορά τις διοικητικές μεταρρυθμίσεις, σύμφωνα με την ευρωπαϊκή παράδοση, αυτές πρέπει να στηρίζονται και να προωθούν τον «ορθό λόγο». Στις αλλαγές που προτάθηκαν/επιβλήθηκαν στην Ελλάδα απουσιάζει η επιστημονική τεκμηρίωση. Αποτελούν μια ιδεολογικοποιημένη πολιτική άκριτης μεταφοράς υποδειγμάτων τα οποία είναι, όμως, εξαιρετικά αμφίβολο εάν πέτυχαν κάπου αλλού.

Δ) Η πολιτική οριζόντιας λιτότητας βρίσκεται στον αντίποδα των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Η παραβίαση αυτής της κοινής παραδοχής δεν οδηγεί απλώς στην αποτυχία των μεταρρυθμίσεων αλλά και στη δημιουργία αντι-μεταρρυθμιστικής κουλτούρας. Σ’ αυτή την περίπτωση ο μεταρρυθμιστικός λόγος είναι προσχηματικός.

Επί τη βάσει των προηγούμενων υποθέσεων εργασίας και μετά από εποπτεία τόσο της ελληνικής περίπτωσης όσο και της διεθνούς βιβλιογραφίας, καταλήξαμε στα ακόλουθα διδάγματα/ μαθήματα τα οποία θα πρέπει να μάθει η ΕΕ από την ελληνική περίπτωση. Εννοείται ότι διδάγματα υπάρχουν και για την ελληνική πλευρά- αλλά αυτά θα αποτελέσουν αντικείμενο ενός διαφορετικού σημειώματος.

Δίδαγμα πρώτο: Η ΕΕ πρέπει να προχωρήσει άμεσα σε μια πολιτική διακυβέρνησης για την Ευρώπη.

Η ΕΕ αποδείχθηκε εντελώς απροετοίμαστη σε σχέση με την περιπλοκότητα της ελληνικής κρίσης. Τα Μνημόνια τα οποία αποτέλεσαν και την αποτύπωση των πολιτικών επιλογών και της ΕΕ για μια χώρα σε βαθειά και περίπλοκη κρίση- οικονομική, δημοσιονομική, διοικητική, πολιτική και οικονομική- όχι μόνο δεν κατάφεραν να αποτυπώσουν σωστά τις διαστάσεις της αλλά έσφαλαν κιόλας. Σημαντικές παραμέτρους της κρίσης τις αγνόησαν, άλλες τις υπερτίμησαν κι άλλες τις υποτίμησαν. Όσο πιο πολύ βάθαινε η κρίση κι όσο πιο πολύ αποκαλυπτόταν ότι η κρίση στην Ελλάδα είναι κρίση μοντέλου (ελληνικού ΚΑΙ ευρωπαϊκού) διακυβέρνησης, τόσο πιο πολύ η αμηχανία μεγάλωνε. Σωρεία αποσπασματικών και αντιφατικών μέτρων διαφορετικής φύσεως διαδέχονταν το ένα το άλλο σε μια διαρκή αποτυχία. Ήταν εμφανές ότι η ΕΕ δεν διέθετε ούτε τον μηχανισμό αναγνώρισης τέτοιων κρίσεων, πολλώ δε μάλλον, δεν είχε την ικανότητα αντιμετώπισής τους. Δυστυχώς, μετά την αποτυχία της Λισσαβόνας (2000), κανένα κράτος-μέλος δεν ανέλαβε μια πρωτοβουλία επαναφοράς του ζητήματος της διακυβέρνησης σε επίπεδο Ευρώπης. Πιστεύω δε, ότι η ενσκήψασα κρίση αντί να ενισχύσει την πεποίθηση της αναγκαιότητας μιας ευρωπαϊκής διακυβέρνησης και να οδηγήσει σε γρήγορες αποφάσεις περί των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων στο κράτος, τους θεσμούς, τις οργανώσεις και την αγορά (την λεγόμενη «πολιτική ένωση»), οδήγησε την Ευρώπη να καταλήξει να υποστηρίζει επιλογές που βρίσκονται στον αντίποδά τους. Το ευρωπαϊκό μοντέλο διακυβέρνησης δεν θα προκύψει, όμως, ούτε ως επιβολή ενός διοικητικού προτύπου το οποίο λειτουργεί σ’ ένα κράτος-μέλος της Ένωσης αλλά ούτε και ως ένα άθροισμα ετερόκλητων πρακτικών οι οποίες δεν κάνουν νόημα, εν τέλει, σε κανέναν.

Δίδαγμα δεύτερο: Η ΕΕ πρέπει να ενσωματώσει στην πολιτική της για τις διοικητικές μεταρρυθμίσεις τα πορίσματα της επιστήμης και της έρευνας. Ακούγεται περίεργη μια τέτοια σύσταση να απευθύνεται στην ΕΕ, την υποτιθέμενη πατρίδα του ορθολογισμού και της τεκμηρίωσης των δημόσιων πολιτικών επί επιστημονικών και αντικειμενικών δεδομένων. Σε μια πρόσφατη επισήμανσή του, όμως, ο Christopher Pollitt (εκ των κορυφαίων διοικητικών επιστημόνων) καυτηριάζει έναν από τους μείζονες ευρωπαϊκούς μύθους, ότι, δηλαδή, οι αναπτυσσόμενες χώρες έχουν να μάθουν από τις ανεπτυγμένες. Η δική του έρευνα έδειξε ότι οι μεταρρυθμίσεις δεν επιτυγχάνουν ex definitione στις αναπτυγμένες χώρες, ενώ μπορεί να πετύχουν σε αναπτυσσόμενες. Στην Ελλάδα της κρίσης, μια χώρα η οποία θα έπρεπε να εφαρμόσει και να επιτύχει διοικητικές μεταρρυθμίσεις μεγάλης έκτασης, εν τέλει, ο απολογισμός είναι αρνητικός. Και μάλιστα, έχουμε μια σαφή οπισθοχώρηση σε σχέση με την μεταρρυθμιστική δυναμική, όπως αποτυπώθηκε κατά τις τελευταίες δεκαετίες: Στη θέση εκείνων των μεταρρυθμίσεων που είχαν σχεδιαστεί legeartis από Έλληνες ειδικούς, προτιμήθηκαν απλουστευτικές εφαρμογές παντελώς εκτός συγκειμένου αλλά και πέραν κάθε επιστημονικής τεκμηρίωσης. Οι αποδείξεις βρίθουν: Το έργο της περιστολής των «διοικητικών βαρών» το οποίο σχεδιάστηκε, αρχήθεν, μετά από ενδελεχή μεθοδολογική στοιχείωση και πιλοτική εφαρμογή η οποία αποδείκνυε τις αδυναμίες του one-size-fits-all «ευρωπαϊκού» μοντέλου στην Ελλάδα, εγκαταλείφθηκε μετά από «παρέμβαση» της TFG υπέρ ενός έργου στο οποίο μετρήθηκε το 10% των βαρών που προκύπτουν από το 10% των ρυθμίσεων και κατέληξε σε συστάσεις οι οποίες θα απαιτήσουν ένα άλλο πρότζεκτ για την εφαρμογή τους! Bon pour l' Orient, και, σίγουρα, εκτός κάθε επιστημονικής προσέγγισης και επιτυχημένης διοικητικής πρακτικής.

Ακόμη χειρότερη ήταν η αντιμετώπιση του έργου του «στρατηγικού κράτους» στο οποίο περιλαμβάνονταν κρίσιμες μεταρρυθμίσεις, όπως η αναδιοργάνωση δομών και τα περιγράμματα θέσεων. Στη θέση των συστάσεων που περιλαμβάνονταν σε πληθώρα μελετών οι οποίες αγνοήθηκαν προκλητικά, υπεισήλθαν τα χάρτινα περιγράμματα θέσεων και τα «σχέδια οργανισμών» του ανεκδιήγητου εκείνου συνταγματολόγου και των «Γάλλων» της TFGτα οποία, σίγουρα, θα απορρίπτονταν από οποιαδήποτε ευρωπαϊκή χώρα: Μια  παιδαριώδης ονομαστική σύγκλιση δομών η οποία δεν αγγίζει ούτε τον πυρήνα του προβλήματος που είναι οι «αρμοδιότητες» ούτε, όμως, και τα αναζητούμενα αλλά μηδέποτε προσδιοριζόμενα αποτελέσματα, ήρθε να «λύσει» το ελληνικό πρόβλημα της πολυδιάσπασης και της ιδιο-παραγωγής ελλειμμάτων. Εάν σ’ αυτές τις ψευδο-μεταρρυθμίσεις περιλάβει κανείς και τις απολύσεις-διαθεσιμότητες οι οποίες αποτέλεσαν την μόνη απτή πολιτική για την «ανάπτυξη» των ανθρώπινων πόρων στην Ελλάδα, τότε σίγουρα, η πραγματοποιηθείσα «μεταρρύθμιση» είναι πραγματική αντι-μεταρρύθμιση. Είναι δε τόσο εξώφθαλμη η αποτυχία της που μπορεί να θεωρήσει κανείς ότι οργανώθηκε με τρόπο τέτοιο, ώστε, τελικώς, η αποτυχία της να επιφέρει την οπισθοδρόμηση ακόμη και  σχέση με όσα θετικά είχαν κατακτηθεί τις προηγούμενες δεκαετίες[1].

Το ίδιο ισχύει και για μια άλλη κατηγορία πολυ-διαφημισμένων μεταρρυθμίσεων, εκείνων που καταργούν τις γραφειοκρατικές αγκυλώσεις, απλοποιούν την πρόσβαση την αγορά εργασίας και αναβαθμίζουν την εξυπηρέτηση των πολιτών και των επιχειρήσεων σε συνεργασία με τον ιδιωτικό τομέα. Υποτίθεται ότι αυτές οι μεταρρυθμίσεις πέτυχαν στην Ελλάδα και αλλού και μάλιστα αποτελούν προπομπό της περιώνυμης «ανάπτυξης». Γιατί, όμως, ούτε εδώ δεν είναι εμφανή τα θετικά αποτελέσματα; Μήπως επειδή, εν τέλει, η δανεική για την Ευρώπη μεταρρυθμιστική ατζέντα των τελευταίων 30 χρόνων δεν απέδωσε τα αναμενόμενα; Όλες οι μελέτες συγκλίνουν στο ίδιο συμπέρασμα: «Η αποτυχία των businesslike μεταρρυθμίσεων στην Ευρώπη σε ποσοστό 56% αναφέρουν οι Pollitt και Dan, The Impacts of the New Public management in Europe: Ameta-analysis, 2011 οδηγεί σε στρατηγική αναδίπλωσης του κεντρικού κράτους το οποίο προσπαθεί να ξανα-συγκεντρώσει τις εξουσίες του και να διοικήσει από το κέντρο. Κι αν αυτό ισχύει, τότε έχουμε μια διπλή ήττα: Της ΕΕ που δεν κατάφερε να επεξεργαστεί και να εφαρμόσει μια πολιτική διοικητικών μεταρρυθμίσεων που θα την οδηγούσαν, εν όλω, σε πλεονεκτική θέση έναντι των ανταγωνιστών της και μια ήττα των ελληνικών  κυβερνήσεων την περίοδο των Μνημονίων οι οποίες δεν κατάφεραν όχι να πετύχουν ανάπτυξη  αλλά θυσίασαν και ό,τι θετικό είχε κατακτηθεί τις προηγούμενες δεκαετίες οδηγώντας την χώρα σε μεσαίωνα.

Δίδαγμα τρίτο: Η ΕΕ πρέπει να κατανοήσει και να υποστηρίξει τόσο ένα σύστημα αξιολόγησης της απόδοσης των μεταρρυθμίσεων που προωθεί/εφαρμόζει/επιβάλλει προκειμένου να αποφύγει τον σκόπελο του υποκειμενισμού και της χειραγώγησης. Πρέπει, επίσης, να κατανοηθεί ότι οι μεταρρυθμίσεις δεν κρίνονται μόνον ως «τεχνουργήματα» αλλά και ως πολιτικά επιτεύγματα.

Υπό την έννοια αυτή, η αποτυχία της ΕΕ στην ελληνική περίπτωση υπήρξε μνημειώδης. Το σύστημα που χρησιμοποιήθηκε για την παρακολούθηση των Μνημονίων συναρτούσε τα όποια αποτελέσματά του με μια μόνο μεταβλητή, εκείνη δηλαδή, του χρόνου της επόμενης δόσης ή επίσκεψης της Τρόϊκας. Το νόημα των μεταρρυθμίσεων δεν αναζητάτο και ως επιτυχημένη κρινόταν μια μεταρρύθμιση η οποία μεταφραζόταν ως «tick-the-box» διαδικασία. Δύο ήταν οι μαγικές λέξεις καθόλο αυτό το διάστημα: Η λέξη «observed» που προκαλούσε αίσθημα ευφορίας στους πολιτικούς, επειδή ξεμπέρδευαν με μια ακόμη μνημονιακή υποχρέωση και οι δύο λέξεις «prioraction» που προκαλούσαν τρόμο, επειδή συνέδεαν την εφαρμογή μιας δράσης με την καταβολή μιας δόσης. Στην ελληνική περίπτωση, η πρακτική που ακολουθήθηκε τόσο από την Τρόικα όσο και την TFGστη συνέχεια, ήταν τόσο εξώφθαλμα εσφαλμένη ώστε να διερωτάται- ξανά- κανείς, εάν ήταν εμπρόθετη. Αντί να υιοθετηθεί ένα σύστημα περιοδικής αξιολόγησης των αποτελεσμάτων των μνημονίων, ακολουθήθηκε μια αμιγώς πολιτική διαδικασία κάλυψης των λαθών και παραλείψεων. Σ’ αυτή τη λογική, το πελατειακό σύστημα το οποίο έπρεπε να αξιολογηθεί απολύτως αρνητικά, αποτέλεσε, αντιθέτως, τον βασικό εταίρο στις «μεταρρυθμίσεις» με αποτέλεσμα να διασφαλιστούν όλες οι εγγυήσεις για την παραμονή στην εξουσία και την αναπαραγωγή των ταγών του (Pollitt, 2008, Time, policy, management:governing with the past).  Ως εκ τούτου, οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι έγιναν εκόντες-άκοντες συνένοχοι στην παραπλάνηση και την κοροϊδία που ενορχηστρωνόταν από τα κομματικά επιτελεία.

Δίδαγμα τέταρτο: Μια οριζόντια πολιτική λιτότητας δεν συνάδει ποτέ με διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις στο σύστημα Διακυβέρνησης.  Εμπεριστατωμένες έρευνες από χώρες στις οποίες εφαρμόστηκαν προγράμματα σκληρής λιτότητας και μάλιστα, επί πολλές φορές, έδειξαν ότι ήταν αναποτελεσματικές. Μεγαλύτερο παράδειγμα η περίπτωση της Μ. Βρετανίας. Ο Christopher Hood δείχνει ότι η πολιτική λιτότητας της Μάργκαρετ Θάτσερ ήταν, εν τέλει, αναποτελεσματική, αφού οι κυβερνήσεις Major, Blair, Brownπου μεσολάβησαν από τότε μέχρι την σημερινή του Cameronδεν κσατάφεραν αν συγκρατήσουν ούτε τις δαπάνες στο επίπεδο της δεκαετίας 80. Σήμερα, μετά από 25 χρόνια, αυτές είναι σημαντικά υψηλότερες. Ούτε και οι μισθολογικές περικοπές κατάφεραν να περιορίσουν το συνολικό κόστος διοίκησης, αφού αυτό αυξήθηκε λόγω εξωτερικών παραγόντων.   

Δίδαγμα πέμπτο: Η ΕΕ πρέπει να εμπιστευθεί τη γνώση, εμπειρία και ιδιαιτερότητες των πολιτών των κρατών μελών της. Αντί να θυσιάζει την πολυμορφία και την πολυφωνία της που θα έπρεπε να αποτελεί το συγκριτικό της πλεονέκτημα, θα πρέπει να προωθήσει την «ευρω-τοπικότητα» (για να παραφράσουμε την «πλανητοπικότητα» του Castels).

Kανένας δεν αναρωτήθηκε ούτε επολίγον, εάν οι συνταγές και οι φερόμενες ως μεταρρυθμίσεις είχαν την στοιχειώδη σχέση με τις αντιλήψεις, την αισθητική και τις παραδόσεις του ελληνικού λαού. Πολλές απ’ αυτές, και ειδικά εκείνες που αναφέρονταν στο ανθρώπινο δυναμικό, εμφορούνταν από πνεύμα ανθελληνικό, ρεβανσιστικό και εξόχως κομπλεξικό. Μελέτες, έρευνες και απόψεις εξαιρετικών και χρήσιμων επιστημόνων, στελεχών της δημόσιας διοίκησης και κοινωνικών εταίρων, έμειναν στα αζήτητα υπέρ μιας «ορθοδοξίας» η οποία, πέραν από εσφαλμένη, δεν κατάφερε καν να ολοκληρωθεί τις περισσότερες φορές. Έχω την εντύπωση (και μακάρι να διαψευστώ) ότι ένας σημαντικός λόγος για την άνοδο των ακροδεξιών και σωβινιστικών κομμάτων στην ΕΕ είναι (και) αυτός. Η βαθύτατη προσβολή και περιφρόνηση των αξιών της χώρας στην οποία εφαρμόζεται μια  ευρωπαϊκή πολιτική οδηγεί στην βίαιη απόρριψή της και στην τιμωρία των πολιτικών εκφραστών της μέσω της ανάδειξης του αντίπαλου δέους τους.

Εν τέλει, απομένει στην ίδια την Ευρώπη να αποδείξει, εάν μπορεί να μάθει κάτι από τα προηγούμενα μαθήματα ή απλώς θα συνεχίσει στην ίδια πορεία απωλείας την οποία εφάρμοσε πιστά και στην ελληνική περίπτωση.



[1]Lopez/Gomez/Jimenez, Determining the Relationship between Efficiency and NPM-Delivery Forms and the Impact of Global Crisis. EvidencefromSpanishLocalGovernments, 2013

Newsletter

Εγγραφείτε στο Newsletter μας.