Εκτύπωση

Η ελληνικότητα ως θεμελιώδης αρχή (ratio) των ευρωπαϊκών πολιτικών

Συντάχθηκε απο τον/την Παναγιώτης Καρκατσούλης on .

HonorPsariΈνα από τα πιο trendy σλόγκαν στην προ κρίσης Ευρώπη εκφραζόταν με τη λέξη «Εuropeanization». Πολλές προσπάθειες είχαν καταβληθεί προκειμένου να αποκτήσει ο όρος περιεχόμενο αλλά καμιά  κατασκευασμένη ταυτότητα δεν πέπρωται να έχει τύχη έναντι μιας φυσικής- άρα, ελλείψει περιεχόμένου, σήμερα, λίγοι ενθυμούνται  και τον όρο.

Ο «εξευρωπαϊσμός» (κατά την αδόκιμη ελληνική μετάφραση, αφού η κατάληξη «–ισμός» σημαίνει την ύπαρξη ενός συγκροτημένου όλου ιδεών, άλλως μιας ιδεολογίας, και όχι μιας διαδικασίας συγκρότησης ταυτότητας την οποία η «Europeanization” ήθελε να σημάνει) κατέληξε σε μια «to-do-list», η πεμπτουσία της οποίας συνοψιζόταν στην επίτευξη μιας κοινής ευρωπαϊκής «δεοντικής» ταυτότητας, μέσω της αποδοχής του κοινού μας δικαίου, του acquis. Θεωρήθηκε, λοιπόν, ιδίως από εκείνους οι οποίοι αξιολογούν ως πολυτέλεια την επένδυση σε χρόνο και την προσπάθεια για τη δημιουργία μιας (ή και περισσότερων;) ευρωπαϊκής ταυτότητας ότι η δεοντική οριοθέτηση του κοινού πράττειν οδηγεί αυτόχρημα σε μια κοινότητα πεποιθήσεων, οραμάτων και αξιών.

Στην αρχή της σχετικής συζήτησης, οι πρωτεργάτες του εξευρωπαϊσμού (Ladrech) είχαν μια μεγαλύτερη μεθοδολογική σαφήνεια ως προς τον τρόπο επίτευξης των στόχων του, αφού αυτός οριοθετήθηκε ως «μια αυξητική διαδικασία επ-αναπροσανατολισμού της κατεύθυνσης και του σχήματος της πολιτικής στο μέτρο που καθιστά την πολιτική και οικονομική δυναμική της Ευρώπης μέρος της λογικής των εθνικών πολιτικών και των συστημάτων λήψης αποφάσεων».

Κι εδώ, παρά την «αυξητική» παραδοχή, εξακολουθεί να υπάρχει «λήψη του ζητουμένου», αφού δεν αποσαφηνίζεται το περιεχόμενο των «αυξητικών» βημάτων (αν και αφήνεται να εννοηθούν ως μικρά και «ολίγον σχεδιασμένα» όπως τα όρισε, το πρώτον, ο  Lindblom, σαν μια ενδιάμεση οδό μεταξύ του μοντέλου του «ορθολογικώς δρώντος» και της «οριοθετημένης ορθολογικότητας»).

Στη λογική της παράθεσης της ταυτότητας είτε των βημάτων είτε των μεθοδολογικών απαιτήσεων με σκοπό την επίτευξή τους, ορίσμένοι υποστηρικτές του εξευρωπαϊσμού (Radaelli), υπερθεματίζουν δημιουργώντας ορισμούς «ποτ πουρί» όπως ο ακόλουθος: «Ως εξευρωπαϊσμός ορίζεται μια  διαδικασία η οποία εμπερικλείει: α) την κατασκευή, β) την διάχυση και γ) τη θεσμοθέτηση τυπικών και άτυπων κανόνων, διαδικασιών, παραδειγμάτων ανάλυσης πολιτικής, στυλ, «τρόπων του να κάνεις κάτι», κοινών πεποιθήσεων και ρυθμίσεων οι οποίες, το πρώτον, ορίζονται και τυποποιούνται σε μια Ευρωπαϊκή διαδρομή παραγωγής δημοσίων πολιτικών οι οποίες, εν συνεχεία, ενσωματώνονται σε μια λογική εγχώριων (εθνικών και υπο-εθνικών γλωσσικών παιγνίων (discourses), πολιτικών δομών και επιλογών»! Η προσέγγιση, παρ’ όλον ότι είναι πληρέστερη από τις προηγούμενες, εξακολουθεί να είναι περιγραφική και δεν αντανακλά καμία πρόταση περί του πρακτέου.

Μια άλλη, περισσότερο ουσιαστική, προσέγγιση του εξευρωπαϊσμού, τον προσεγγίζει μέσα από την διάκριση των επιπέδων σχεδιασμού και εφαρμογής πολιτικών σε εθνικό, περιφερειακό και ευρωπαϊκό, διατυπώνοντας την θέση ότι τα πολλαπλά επίπεδα διοικήσεως δεν αντιφάσκουν εξ ορισμού[1].

Παρεμφερής (υπό την έννοια ότι απαντά στο περί του «πρακτέου» ερώτημα που διατυπώσαμε προηγουμένως) είναι και η προσέγγιση εκείνη, η οποία θεωρεί την ΕΕ ένα είδος διαρκούς «εργαστηρίου», εντός του οποίου αναπτύσσονται ανταλλαγές καλών πρακτικών και μαθησιακές διαδικασίες. Στην οριζόντια αυτή προσέγγιση δεν υπάρχει ένας κεντρικός μηχανισμός σχεδιασμού, εφαρμογής και ελέγχου, αλλά ένας οιονεί «εγκέφαλος» που κατανέμει με ιδεώδη τρόπο τις «καλές» πρακτικές του ενός στον άλλον.

Να υποσημειώσουμε, όμως, ότι σ’ αυτή την κατά τα λοιπά επιστημολογικά και μεθοδολογικά αφελή πρόταση, ενυπάρχει το στοιχείο της αποκέντρωσης, αφού τοπικές ιδιαιτερότητες/ταυτότητες και συνήθειες  τίθενται στο προσκήνιο και διεκδικούν τον συνυπολογισμό τους στο πλαίσιο του σχεδιασμού μιας Ευρωπαϊκής πολιτικής.

Εάν, όμως, αυτές οι συζητήσεις προέκυψαν ως  αποτέλεσμα μιας «πολυτέλειας», η οποία εκφραζόταν (και) με την απλόχερη υποστήριξη μελετών και ερευνών στην προ κρίσεως ΕΕ, σήμερα το τοπίο είναι, τελείως, διαφορετικό.

Υποθέτω ότι λίγοι είναι, πλέον, εκείνοι οι οποίοι εξακολουθούν να ασχολούνται με την εννοιολόγηση του εξευρωπαϊσμού, αφού αυτός, πλέον, εκτιμάται ότι δεν αποτελεί «ανοιχτό» θεωρητικό ερώτημα. Η κρίση έδειξε ότι υπάρχει μια σχέση- έστω άνιση- μεταξύ παγκομιοποίησης, εξευρωπαϊσμού και εθνικής ταυτότητας. Αλλά, μόνη η διαπίστωση αυτή αρκεί να αποτελέσει μια ικανοποιητική απάντηση στο αρχικό ερώτημα «τι είναι εξευρωπαϊσμός;»

Έχουν διατυπωθεί διάφορες ακραίες προτάσεις που «ολοκληρώνουν» η «απαντούν» στα όσα συμβαίνουν: Από τις (παλαιότερες) αναρχο-καπιταλιστικές απόψεις[2] όπου προτεινόταν η κατάργηση συλληβδην όλων των εθνών-κρατών που συναποτελούν την ΕΕ, μέχρι και πιο «επαναστατικές» που υπερ-πολιτικοποιούν το πρόβλημα, δεχόμενοι ότι υπάρχει μια de facto Γερμανοποίηση της Ευρώπης ή- ακόμη πιο στενά- οριοθετώντας το πρόβλημα στη γερμανική Χριστιανοδημοκρατία και τη μονεταριστική πολιτική της ΕΚΤ.

Αυτά είναι, ωστόσο, τα επιφαινόμενα του προβλήματος. Όσο η ΕΕ δεν θα καταφέρνει να παράσχει στους πολίτες της μια ταυτότητα ευρωπαϊκή την οποία αυτοί, αυτονοήτως, θα προτάσσουν έναντι όλων των άλλων, θα υπάρχουν ερμηνείες με βάση την ισχύ, τις συνομωσίες η όποιες άλλες «λειτουργικές» απαντήσεις οι οποίες οδηγούν σε μια, έστω και προσωρινή, εκτόνωση. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι το εγχείρημα είναι μοναδικό στην ιστορία της ανθρωπότητας και ότι, για πρώτη φορά, κράτη-έθνη με διακριτές ταυτότητες επιχειρούν να συμπτύξουν μια ένωση εκχωρώντας τμήματα της κυριαχίας τους σ’ αυτήν (περί της ακριβούς φύσεως της οποίας, όμως, δεν έχουν αποφασίσει).

Θεωρούμε, συνεπώς, καθήκον όλων εκείνων που συμμμερίστηκαν τα αρχικά οράματα των μεγάλων ευρωπαϊστών ότι πρέπει να συμβάλλουν σε μια περαιτέρω επεξεργασία της ευρωπαϊκής ταυτότητας. Ο εξευρωπαϊσμός, κατά τη γνώμη μας μπορεί να αποτελέσει ένα σημείο από το οποίο μπορεί να συνεχιστεί ο διάλογος που ξεκίνησε προ κρίσεως. Μάλιστα, ο διάλογος αυτός, τώρα, μπορεί να εμπλουτιστεί από τη γνώση και τις εμπειρίες που κράτη μέλη της ΕΕ φέρουν μέσα από τις προσπάθειές τους να αντιμετωπίσουν την ενσκήψασα κρίση.

Εμείς συντασσόμαστε με την άποψη ότι οι ευρωπαϊκές προσπάθειες επίλυσης της κρίσης ήταν ατυχείς και ότι τα σημερινά «επιτεύγματα» πέραν του ότι είναι δυσανάλογα προς το κόστος που απαίτησαν, δεν είναι διατηρήσιμα σε βάθος χρόνου.

Ο λόγος που οδήγησε σ’ αυτή την αποτυχία (μεταξύ πολλών άλλων) ήταν ότι οι επιλογές που προκρίθηκαν για την περίπτωσή μας, βρίσκονταν διαμετρικά αντίθετα προς τις αρχές της ελληνικότητας- μιας κεντρικής αρχής η οποία θα έπρεπε να διαπερνά και να ορίζει ως επιμέρους όλες τις ευρωπαϊκές αρχές των δημοσίων πολιτικών είτε του κοινοτικού δικαίου. Εκείνο το οποίο ισχυριζόμαστε είναι ότι ακόμη κι αν τα ειδικότερα μέτρα ήταν περισσότερο «επιχειρησιακά», τούτο δεν θα συγκροτούσε, πάλι, μια βιώσιμη πολιτική αντιμετώπισης της κρίσης ούτε θα αρκούσε για να καλυφθεί το βαθύτερο στρατηγικό έλλειμμα της ΕΕ.

Η θέση που θα αναπτύξουμε στα επόμενα είναι ότι μια μοντέρνα (διαδικαστική) εκδοχή της ελληνικότητας μπορεί να αποτελέσει μια επαρκή βάση σχεδιασμού, εφαρμογής και αξιολόγησης των ευρωπαϊκών πολιτικών. Η ελληνικότητα ως ratio των ευρωπαϊκών επιλογών πολιτικής/ρύθμισης μπορεί να επιτρέψει την πολυμορφία των προσεγγίσεων, δίνοντας ουσιαστικό περιεχόμενο σε πολλές αμήχανες κοινοτικές πολιτικές (από τον ανταγωνισμό μέχρι την γεωργία) οι οποίες είτε υπερφαλαγγίζονται από εθνικές αντίστοιχες ή είναι υπερβολικά παρεμβατικές παραβιάζοντας τη βασική αρχη του σεβασμού και της αυτοτέλειας των κρατών-μελών.

Η ελληνικότητα μπορεί να προσφέρει τον συνδετικό ιστό που θα επιτρέπει στις κοινοτικές πολιτικές να είναι απολύτως σταθερές διασφαλίζοντας τη μέγιστη διαφοροποίηση και ευελιξία κατά την εφαρμογή τους.

Η ελληνικότητα έχει αποτελέσει αντικείμενο της ιστορικής επιστήμης, του πολιτισμού, και των ανθρωπιστικών σπουδών, εν γένει. Αποτελεί αντικείμενο μιας διαχρονικής μελέτης ιστορικών, ανθρωπολόγων, εθνογράφων, ακόμη και διατριβόντων στη συγκριτική λογοτεχνία, προκειμένου να διακριβώσουν πως η αρχαία (ου μην αλλά και η νεώτερη) ελληνική φιλοσοφία έχει επηρεάσει τα γράμματα, τις τέχνες, τις επιστήμες, τις θρησκείες κλπ.

Είθισται να θεωρείται ότι οι αρχές της (αρχαιο-) ελληνικής γραμματείας έχουν, πλέον, καταστεί είτε έννοιες-ομπρέλες είτε η νοηματοδότησή τους είναι πλέον αμιγώς δυτικο-ευρωπαϊκή (με ορόσημο τον ευρωπαϊκό διαφωτισμό).

Αντιθέτα, εμείς θεωρούμε ότι οι αρχές τόσο της σκέψης όσο και του βίου που διατυπώθηκαν από τους μεγάλους μύστες της αρχαιότητας, εμπλουτίσθηκαν και μεταφέρθηκαν μέχρι τις μέρες μας με έναν τρόπο τον οποίο αυθεντικά μπορεί κανείς να εντοπίσει στην σύγχρονη Ελλάδα.

Τι συγκροτεί, λοιπόν, την ελληνικότητα σήμερα πέραν των τετριμμένων ιδεαλιστικών αρχών όπως αυτές μας έχουν παραδοθεί μέσα από μια δυτικόστροφη παραμόρφωσή τους;

Πως μπορεί να ανανοηματοδοτηθούν οι αρχές του προσώπου (όχι, υπό την έννοια του βιολογικού υποκειμένου), του «συνανήκειν», του νοήματος του (ατομικού) βίου, της ανεκτικότητας, (του σεβασμού των άλλων) και η κορυφαία αρχή της Δημοκρατίας στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών πολιτικών;

Μπορεί η ελληνικότητα να δώσει νόημα στις γενικές αρχές των ευρωπαϊκών κοινών πολιτικών- και, ιδίως, εκείνων οι οποίες βρίσκονται υπό εκκόλαψη μετά την πρωτοφανή κρίση;

Μια πειστική απάντηση σ’ αυτό το κεντρικό ερώτημα μπορεί να δοθεί μόνο μέσα από ένα τολμηρό ερευνητικό πρόγραμμα το οποίο θα ανατάμει τις δημόσιες πολιτικές της Ένωσης τόσο στον διακηρυκτικό τους πυρήνα όσο και στα πραγματικά αποτελέσματά τους.

Η προγραμματική αυτή ατζέντα της όσμωσης των ευρωπαϊκών αρχών με την αρχή της ελληνικότητας θα μπορούσε να δώσει σημαντικά εισερχόμενα για την πανταχόθεν ζητούμενη και μη ευρισκόμενη ratio των μελλοντικών ευρωπαϊκών πολιτικών.


[1]Tovias, A., “Spontaneous vs. legal approximation: The Europeanization of Israel”, European Journal of Law Reform, 2007, vol. 9, no. 3, pp. 485-500

[2]Βλ. Murray Rothbard, Nations by Consent: Decomposing the Nation-State

Newsletter

Εγγραφείτε στο Newsletter μας.