Εκτύπωση

Αυτοί που δεν θέλουν κανέναν

Συντάχθηκε απο τον/την Παναγιώτης Καρκατσούλης on .

NobodyΔιαβάζω στις συνεχείς δημοσκοπήσεις ότι ένα μεγάλο τμήμα των ερωτωμένων δυσφορεί εντόνως και με την κυβέρνηση και με την αντιπολίτευση. Δεν ξέρω πως ακριβώς διαπιστώνουν οι δημοσκόποι την δυσφορία. Εκείνο που ξέρω, είναι ότι πολλοί συνέλληνες έχουν έντονη την αίσθηση μιας προβληματικής κατάστασης χωρίς, όμως, να μπορούν να περιγράψουν το/τα προβλήματα ούτε, πολλώ μάλλον, να προτείνουν τη λύση τους. Η δυσφορία μπορεί, ενίοτε, να μετασχηματιστεί σε ενεργητική διάθεση ενασχόλησης με τα κοινά. Τότε μπορεί να υπάρξουν πραγματικές επεξεργασίες πολιτικής, υπό την έννοια όχι μόνο νέων ιδεών αλλά και δέσμευσης για την εφαρμογή τους. Αυτή η συνθήκη όπου η δυσφορία μετατρέπεται σε πράξη και αποκτά δυναμική, σίγουρα, δεν υπάρχει σήμερα. Προς το παρόν, βρισκόμαστε στο στάδιο της δυσφορίας... Όσοι δε, προσδοκούν να οικειοποιηθούν το συναίσθημα αυτό χωρίς οι ίδιοι να δώσουν ένα διαφορετικό δείγμα γραφής και, κυρίως, χωρίς να λύσουν τα προβλήματα που οι άλλοι δεν μπόρεσαν (και, εξ αυτού του λόγου και η προκληθείσα δυσφορία), απλώς θα χαθούν μετά την πρώτη λάμψη τους. 

Γιατί, όμως, τα πολιτικά κόμματα της χώρας- εννοώ τα μείζονα που έχουν εμπειρία διακυβέρνησης (διότι, τα υπόλοιπα, εκ θέσεως, μειονεκτούν), γιατί, λοιπόν, αυτά αδυνατούν να παρουσιάσουν προγράμματα που θα δικαιολογούν τον ρόλο τους; 

Έχω την εντύπωση ότι η επιλογή των κομμάτων να μην έχουν θέσεις ή, ακόμη χειρότερα, να έχουν αυτές τις θέσεις, είναι συνειδητή- δεν προέρχεται, δηλαδή, από άγνοια και αμορφωσιά! Η κρατούσα αντίληψη των πολιτικών κομμάτων είναι ότι δεν χρειάζονται εξαντλητικές και λεπτομερείς θέσεις. Οι επικοινωνιολόγοι τους συμβουλεύουν να έχουν «στρογγυλεμένες» θέσεις, εάν πρέπει, ντε και καλά, να έχουν κάποιες. Το στρογγύλεμα στην Ελλάδα απέχει ελάχιστα από την κοινώς λεγόμενη «μπούρδα».. Δυστυχώς, η αντίληψη αυτή διαπερνά και τα μικρά κόμματα, τα οποία προσπαθούν να φερθούν σαν μεγάλα. Συνήθως, τα «προγράμματά» τους βρίθουν από γενικότητες, ιδεολογήματα, τετριμένες επαναλήψεις και ανοησίες. Πιο σημαντικό από τις θέσεις, θεωρείται, πάντως, το κόμμα νά ‘χει έναν εκπρόσωπο τύπου «άδωνι» η «πάγκαλου» που ανήγαγαν το ψέμμα, τον τραμπουκισμό και την επιθετικότητα σε επάγγελμα.

Σ’ ένα πιο αφηρημένο επίπεδο: Μπορεί ένα πολιτικό σύστημα, όπως το ελληνικό, το οποίο έχει στηθεί και λειτουργεί βάσει της διχοτομίας «πολιτικός εχθρός/πολιτικός φίλος» να παραβιάσει τον κώδικα επιβίωσης και αναπαραγωγής του; Τι θα σήμαινε, για παράδειγμα, σ΄ ένα διαφορετικό πολιτικό σύστημα που θα λειτουργούσε με διαφορετικές διχοτομίες, (πχ. λύση/μη λύση προβλημάτων), εάν ένα ελληνικό κόμμα εξουσίας  παρουσίαζε ως θέσεις του για την ανάπτυξη, τις σαχλαμάρες που παρουσιάζονται σήμερα, χωρίς αιδώ; Ποιος, δηλαδή, σοβαρός υπουργός ή, έστω, βουλευτής ενός κυβερνητικού κόμματος σε μια ανεπτυγμένη χώρα θα υιοθετούσε ως  πρόταση ανάπτυξης της χώρας του την έκθεση (τετριμμένων) ιδεών που περιλαμβάνονται στο μοσχοπληρωμένο "Ten years ahead" ή τις πληκτικές συνταγές της κάθε “one-size-fits-all” εργαλειοθήκης; Προφανώς δεν αιτιώμαι τους επαγγελματίες που σερβίρουν αυτές τις σάχλες για προγράμματα δράσης αλλά τους  άβουλους και οσφυοκάμπτες πολιτικούς που περιμένουν ένα blueprint για να αποφύγουν τον «κόπο» της διακυβέρνησης (εάν δεν εμπλέκονται, ευθέως, στο σύστημα διανομής των «rates»- κοινώς, μιζών).

Ποιος υπουργός ανεπτυγμένης χώρας δεν θα θεωρούσε αυτονόητο ότι θα έπρεπε να συγκεκριμενοποιήσει τις όποιες προτάσεις ιδιωτικών επιχειρήσεων/φορέων και διεθνών οργανισμών εντός του δημοσίου (και, ειδικά, των Υπουργείων); Οι δικοί μας τζιτζιφιόγκοι κορδώνονται με τις «μελέτες» ανά χείρας και, μάλιστα, δέχονται τον όποιο ελεγκτή να τους πιέζει για να τις «εφαρμόσουν», παρακάμπτοντας το ίδιο το κράτος! Ίσως η μεγαλύτερη ευθύνη των πολιτικών να μην είναι ότι μπορούν να ξεφορτώνονται αυτό ακριβώς που πρέπει να κάνουν, δηλαδή, τη διακυβέρνηση, ούτε καν ο εύκολος πλουτισμός τους. Υπέχουν μεγαλύτερη ευθύνη όσοι κρατούν όμηρο και δέσμιο το ανθρώπινο κεφάλαιο του δημόσιου τομέα, στο οποίο δεν επιτρέπουν καμια πρωτοβουλία και καμία καινοτομία ασκώντας ασφυκτικό ψυχολογικό πολεμο σ’ όποιον τολμήσει να βγει «απ’ το μαντρί».

Αλλά και οι αδυναμιες της κοινωνίας πολιτών είναι πανθομολογούμενες. Εθισμένοι να λειτουργούμε μέσα από κομματικά ελεγχόμενες συσσωματώσεις, αδυνατούμε να αντιληφθούμε καν τον λόγο για τον οποίο κάποιος ακομμάτιστος άνθρωπος ή οργάνωση μπορεί να ασχολείται με τα δημόσια προβλήματα, πολλώ δε μάλλον αδυνατούμε να αντιληφθούμε γιατί μπορεί να αντιπαρατίθεται στις θέσεις των κομμάτων.

Αντίθετα, στην Ευρώπη και σε άλλες χώρες, οι επαγγελματίες, οι πολίτες και οι οργανώσεις τους επεξεργάζονται όχι αιτήματα αλλά συγκεκριμένες θέσεις και μάχονται γι αυτές. Ποιος σοβαρός Ευρωπαίος- υπουργός θα υποστήριζε, για παράδειγμα, ότι «άρση γραφειοκρατικών εμποδίων» σημαίνει "Κατάργηση της υποχρέωσης υποβολής πρωτοτύπων ή επικυρωμένων αντιγράφων εγγράφων". Ποιός θα οριοθετούσε τη συζήτηση για την ανταγωνιστικότητα στο γάλα των 3 ή 5 ημερών;

Θλίβομαι, κάθε φορά, που βλέπω πόσο εύκολα παγιδευόμαστε στους πολιτικούς πομφόλυγες αντί να ανατρέπουμε την ατζέντα και να θέτουμε εμείς- εννοώ, η κοινωνία πολτιών- τα πραγματικά προβλήματα.

Αν αφιερώναμε το μισό του μισού χρόνου που απαιτεί η ενασχόλησή μας με τα φληναφήματα και τα νταηλίκια των πολιτικών, δεν θα είχαμε, για παράδειγμα, ολοκληρώσει την διαδικασία εισόδου των μεταναστών που σήμερα δεν υπάρχει πουθενά; Δεν αναφέρομαι στα δίκτυα του οργανωμένου εγκήματος που αλωνίζουν ανενόχλητα στη χώρα μας και διαχειρίζονται πολλούς απ’ αυτούς, αφότου εισέλθουν στη χώρα. Αναφέρομαι μόνο στην καταγραφή της διαδικασίας εισόδου! Πόσα κροκοδείλια δάκρυα, πόσες σκιαμαχίες λαύρων υποστηρικτών και εναντιωνόμενων στους μετανάστες έχουμε παρακολουθήσει; Πόσοι καταπληκτικοί δημοσιογράφοι έχουν ξιφουλκήσει υπέρ του ενός η του άλλου αλλά δεν τους έχουν κάνει ποτέ τη θανάσιμη ερώτηση; «Ξέρετε πως, πότε και από ποιον αποφασίζεται εάν ένας μετανάστης θα μείνει η θα πρέπει να εγκαταλείψει τη χώρα;» Ίσως, βέβαια, μια τέτοια ερώτηση να έδειχνε μια υπερβολική σκληρότητα απέναντι στους προσκεκλημένους...

Ποια είναι η διαφορά μεταξύ των προηγούμενων παραδειγμάτων και του τελευταίου επισοδείου στη σάγκα (που είναι, όμως, πιο πιπεράτο),  και ακούει στο σλόγκαν «μάχη μεταξύ Χρυσής Αυγής και Κυβέρνησης». Είναι απίστευτο, πράγματι, πόσοι συμπολίτες μας αρέσκονται να συζητούν επί των προσώπων και των λεκτικών εκφορών τους οι οποίες, εν τέλει, ούτε απειλούν ούτε χαρακτηρίζουν την ποιότητα της διακυβέρνησης ή της Δημοκρατίας. Όταν, όμως,  ποιοτικός δείκτης της Δημοκρατίας σε μια χώρα γίνεται ο γιος ενός κυβερνητικού στελέχους του οποίου η συμπεριφορά χαρακτηρίζει ο,τιδήποτε κι οποιονδήποτε άλλον πέραν του ιδίου και του πατρός του, τότε η χώρα αυτή έχει πολύ ασθενείς θεσμούς.

Όλοι οι ανησυχούντες συμπολίτες έχω την εντύπωση ότι δεν μπορούν να διακρίνουν μεταξύ νόμιμων, παράνομων και ημι-παράνομων ενεργειών, ούτε μεταξύ ηθικών και πολιτικών επιχειρημάτων, αλλά ούτε και μεταξύ των φόβων τους και των πραγματικών δεδομένων. Όλα  συμφύρονται σε μια σούπα «επιχειρημάτων» και «θέσεων», όπου ο καθείς μπορεί να ερμηνεύει, κατά το δοκούν, λόγια και έργα. Τα όρια μεταξύ χειραγώγησης  και ελεύθερης έκφρασης γνώμης είναι δυσδιάκριτα.

Ενώ πολλοί έχουν άποψη για τους «κινδύνους της Δημοκρατίας από την ακροδεξιά», πάντως, είναι πολύ λιγώτεροι εκείνοι που μπορούν να απαντήσουν σε  ερωτήσεις του τύπου «ποιος και γιατί δεν ήθελε και συνεχίζει να μην θέλει ένα σύγχρονο ρυθμιστικό πλαίσιο (κι ένα επιχειρησιακό σχέδιο εφαρμογής του) για την ευθύνη των πολιτικών προσώπων».

Πολλοί εκ των συζητούντων δέχονται ότι το σύστημά μας δεν απλώς απηρχαιωμένο, αλλά είναι, κιόλας, στημένο προκειμένου να προστατεύει (περισσότερο απ’ όσο πρέπει) τους πολιτικούς. Το θέμα είναι ότι τα προνόμια και τις θετικές διακρίσεις υπέρ των βουλευτών, απολαμβάνουν και εκείνοι οι οποίοι με τρόπο παράνομο, παράτυπο και ανήθικο ασκούν την διακυβέρνηση. Πως θα μπορούσαμε να προστατέυσουμε το πολιτικό σύστημα τόσο από τις εξωτερικές όσο και από τις εσωτερικές επιθέσεις που δέχεται;  

Αυτοί που πιθανώς ενδιαφέρονται για την αναζήτηση της απαντησης είναι σίγουρα πολύ λιγώτεροι από τους ανησυχούντες για την αποσταθεροποίηση του πολιτικού συστήματος. Η  συζήτηση γίνεται, γι΄αυτούς, πολύ τεχνική. Παύει να έχει τον χαρακτήρα της συλλογικής ψυχοθεραπείας την οποία οι Έλληνες έχουν ταυτίσει με την πολιτική.

Πόσο καιρό, όμως, όλοι εμείς που δεν θέλουμε ούτε να ακούμε ούτε να βλέπουμε τις ανούσιες κοκορομαχίες δεν θα παρεμβαίνουμε; Όσοι μπορούμε να στρατευθούμε στον αγώνα ανόρθωσης της οικονομίας, του κράτους και της πολιτικής (γιατί, όχι;) πρέπει να δημιουργήσουμε αναχώματα στην μονοπώληση του ενδιαφέροντος από τα πολιτικά κόμματα και κομματίδια τα οποία όχι μόνον δεν εισφέρουν το παραμικρό στην επίλυση των προβλημάτων αλλά διεκδικούν μόνο ένα κομματάκι της κρατικής δαπάνης προκειμένου να ζουν ως χρυσοκοάνθαροι. Η δική μας αποστολή είναι να επεξεργαζόμαστε, να προτείνουμε λύσεις για τα δημόσια προβλήματα, για τα δικά μας προβλήματα και να αγωνιζόμαστε για την υιοθέτησή τους . Γι αυτό και δεν θέλουμε κανέναν- κανέναν που να μην συμμερίζεται και να μην συμμετέχει στον αγώνα μας.

Newsletter

Εγγραφείτε στο Newsletter μας.