Εκτύπωση

Θαμπώνει ο "ήλιος" της δικαιοσύνης;

Συντάχθηκε απο τον/την Παναγιώτης Καρκατσούλης on .

justiceΔιαβάζοντας την πρόσφατη είδηση που πέρασε «στα ψιλά» για την επιδείνωση της ποιότητας της δικαιοσύνης στην Ελλάδα σκέφθηκα, ακόμη μια φορά, τόσο την αναπηρία της μηχανιστικής προσέγγισης των κοινωνικών φαινομένων (βλ. την χαρακτηριστική έκφραση των περασμένων δεκαετιών περί «κοινωνικής μηχανικής») όσο και την αδυναμία των κοινωνικών υπο-συστημάτων (ιδιαίτερα δε, των ελληνικών) να αποδώσουν την ταυτότητά τους με μη παραμορφωμένο τρόπο.

Ειδικότερα: Σε μια από τις πολλές «αξιολογήσεις» προσώπων, δομών, καταστάσεων και αντιλήψεων, η ποιότητα απονομής της δικαιοσύνης στην Ελλάδα αξιολογήθηκε με τους κατώτερους βαθμούς σε σχέση με τις λοιπές Ευρωπαϊκές χώρες. Ανατρέχοντας στους ενδείκτες της αξιολόγησης είδα, ξανά, τους παραδοσιακούς (χρόνος/επίδικη περίπτωση) σε μια μονοσήμαντη σχέση και, διαβάζοντάς τους, είχα την αίσθηση ότι, ναι μεν, αποτυπώνουν μια διάσταση της λειτουργίας της δικαιοσύνης αλλά αποκρύπτουν την όλη εικόνα. Ναι, βεβαίως, καθυστερεί η απονομή της δικαιοσύνης στην Ελλάδα και την περίοδο του Μνημονίου –alas!- η κατάσταση δεν βελτιώθηκε. Δεν μπορεί /πρέπει, όμως, να συναγάγει κανείς εξ αυτού του γεγονότος το συμπέρασμα ότι η ποιότητα της δικαιοσύνης στην Ελλάδα είναι πτωχή.  

Αν κάποιος παρέκαμπτε αυτή τη θέση, τότε το πρόβλημα θα ήταν τεχνικό. Θα μπορούσε, δηλαδή, να λυθεί από μια ομάδα ειδικών. Αν, πιο συγκεκριμένα, το πολύπαθο «e-justice» ξεμπλόκαρε κάποτε, τότε, θα βελτιωνόταν η ταχύτητα απονομής δικαιοσύνης. Εξ αυτού και μόνον του λόγου, θα μπορούσαμε, όμως, να συνάγουμε το συμπέρασμα ότι βελτιώθηκε η ποιότητά της;

Επί σειρά δεκαετιών, η συζήτηση τόσο στη χώρα μας όσο και εκτός ημών, είχε παγιδευτεί σε μια τέτοια «εργαλειακή» λογική. Σοβαρές κοινωνικές παράμετροι οι οποίες επηρεάζουν καθοριστικά την ποιότητα της δικαιοσύνης (τόσο την διαδικασία όσο και το τελικό αποτελέσμα) αποσιωπούνται και στρεβλώνονται.

Αλλά ας ξεκινήσουμε από τα «βασικά». Ο καλύτερος οδηγός μας για την αξιολόγηση της ποιότητας της δικαιοσύνης είναι, αφ’ ενός, ο ίδιος ο ορισμός της «ποιότητας» και, αφ’ ετέρου, η υπενθύμιση της πάγιας αποστολής του «συζητητικού» συστήματος απονομής δικαιοσύνης (το οποίο έχει υιοθετήσει η απόλυτη πλειοψηφία των σύγχρονων δημοκρατικών κρατών).

Ανατρέχοντας σ’ έναν κλασικό ορισμό της Ποιότητας, θεωρούμε ότι αυτή υπάρχει, όταν το δρων Υποκείμενο ανταποκρίνεται/ικανοποιεί ρητές (ή συναγόμενες) ανάγκες του Άλλου (σύνδεσμός: ορισμός ISO). 

Όσον αφορά τη βασική αποστολή του συστήματος δικαιοσύνης ας  ξαναθυμηθούμε τη μελέτη-ορόσημο των Thibaut/Walker, Procedural Justice.

H μελέτη αυτή επιβεβαίωσε την υπόθεση ότι το συζητητικό σύστημα προτιμάται του ανακριτικού για τους ακόλουθους λόγους:

-      Εξασφαλίζει στους διαδίκους την έκδοση απόφασης σε σύντομο χρονικό διάστημα.

-      Διαθέτει συγκεκριμένες αρχές βάσει των οποίων θα αποφασίσει ένας τρίτος/δικαστής.

-      Προβλέπει ένα συγκεκριμένο τρόπο κατανομής των βαρών στους διαδίκους.

Όλα τα προηγούμενα, πρέπει να εξυπηρετούν μια μείζονα αξία, εκείνη της «εντιμότητας», που μεταφράζεται σε:

·        σταθερότητα κανόνων,

·        μη επηρεασμό του δικαστή λόγω κοινωνικής η οικονομικής θέσεως των διαδίκων,

·        ύπαρξη κανόνων διόρθωσης πιθανών σφαλμάτων,

·        ύπαρξη κανόνων αντιπροσωπευτικότητας, και

·        απαγόρευση πράξεων που θα προσέβαλαν τον ιδιωτικό χώρο και την προσωπικότητα των διαδίκων.

Αντιγράφω: «Η αξιολόγηση της δίκαιης δίκης αποτελεί μια ειδική κατηγορία ηθολογικής κρίσης, η οποία προκύπτει από ένα πρόσωπο που συμμετέχει ή παρατηρεί μια ανταλλαγή ή έναν καταμερισμό κόστους και αμοιβών μεταξύ δύο ή περισσότερων μερών».

Αυτή η ηθικολιγική κρίση πρέπει να απαντά, κατά τον Tyler[1], σε επτά ερωτήματα:

1.      Σε ποιό βαθμό οι αρχές είχαν κίνητρο να είναι δίκαιες;

2.     Συμπεριφέρθηκαν τίμια;

3.     Σε ποιο βαθμό ακολούθησαν ηθικές αρχές συμπεριφοράς;

4.     Δόθηκαν ευκαιρίες για επαρκή αντιπροσώπευση των διαδίκων;

5.     Ποια είναι η ποιότητα των αποφάσεων που ελήφθησαν από τις δικαστηριακές αρχές;

6.     Ποιές ευκαιρίες δόθηκαν για την διόρθωση σφαλμάτων;

7.     Οι αρχές συμπεριφέρθηκαν με προκατάληψη;

Στο σημείο αυτό απαιτείται μια μεθοδολογική παραδοχή, η οποία θα θέσει την απάντηση των προηγούμενων σημείων/θέσεων «εντός πλαισίου». Εννοούμε, δηλαδή, ότι δεν υπάρχουν οικουμενικές απαντήσεις με απαίτηση ορθότητας στα προηγούμενα ερωτήματα. Το τι σημαίνει «ύπαρξη κανόνων αντιπροσωπευτικότητας» δεν θα ερμηνευθεί το ίδιο σε μια ανεπτυγμένη χώρα της Β. Ευρώπης και σε μια νέα δημοκρατία της Αφρικής. Ήδη, από τα τέλη της δεκαετίας ’60, η κοινωνική θεωρία έχει κατακτήσει ορισμένες αρχές που διαμορφώνουν τις μεθοδολογικές προϋποθέσεις κατανόησης και αξιολόγησης των «οικουμενικών» αρχών του συστημάτος απονομής δικαιοσύνης.

Εκείνο που ενδιαφέρει δεν είναι η ικανοποίηση καθενός ξεχωριστά από το σύστημα απονομής της δικαιοσύνης, αλλά το κατά πόσον έχουν διασφαλιστεί οι κανόνες λειτουργίας του με τρόπο τέτοιο, ώστε να μπορεί ο καθείς να προσδοκά ότι θα έχει δίκαιη δίκη. «Ορθότητα», «αλήθεια» και «δίκαιο» μπορεί να θεωρηθεί ότι εξασφαλίζονται για τον καθένα, εάν έχουν τηρηθεί οι κανόνες και η διαδικασία εφαρμογής τους («διαδικαστική νομιμοποίηση»).  

Η διαφορά στην εννοιολόγηση της διαδικασίας, εδώ, σε σχέση με την παραδοσιακή κατανόηση ως «μέσου» για την επιτυχία ενός «σκοπού» είναι ότι προσδιορίζεται από εγκαθιδρυμένες αξίες, στάσεις, αντιλήψεις, επικοινωνίες και νοήματα που επιτρέπουν στους πολίτες μιας χώρας να αναγνωρίζουν και να σέβονται τη δεσμευτικότητα των δικαστικών αποφάσεων, ανεξαρτήτως της ορθότητας καθε μιας ξεχωριστά.

Εδώ, λοιπόν, υπεισέρχεται ο τρόπος με τον οποίο ο δικαστής (αλλά και ο νομοθέτης και ο πολιτικός) προσεγγίζει το πρόβλημα και δίνει την λύση.

Εάν ο δικαστής (και, κατ’ επέκταση), η δικαιοσύνη αποφασίζει παραβιάζοντας την αρχή, ότι η ουσία της διαδικασίας βρίσκεται στην επικοινωνία μεταξύ του δικαστή και των διαδίκων, τότε δημιουργείται μείζων κίνδυνος απο-νομιμοποίησής της.  

Στην Ελλάδα, η οργάνωση και απονομή της δικαιοσύνης έγινε σύμφωνα με ξένα «πρότυπα» (με μια άκριτη, δηλαδή, μεταφορά προτύπων και μεθόδων οργάνωσης και λειτουργίας της δικαιοσύνης, τα οποία είναι αμφίβολο εάν ποτέ απέδωσαν ακόμη και στις χώρες εκ των οποίων προέρχονταν). Η υποταγή συνοδεύτηκε από την ανάπτυξη «ατυπικοτήτων», οι οποίες έχουν δύο πλευρές: Μια αρνητική-παθολογική, στη διάγνωση και παραδοχή της οποίας η δυτική σκέψη είναι εθισμένη (βλ. εν προκειμένω, ομάδες συμφερόντων, πελατών,  παρα-δικαστικών και άλλων κυκλωμάτων με σκοπό την άσκηση πιέσεων στη δικαιοσύνη), και μια θετική, δηλαδή, την εξάντληση των ορίων επιείκιας και αλληλλεγγύης, δύο εκ των χαρακτηριστικών των αποφάσεων της ελληνικής δικαιοσύνης.

Το σύστημα απονομής δικαιοσύνης πορεύεται, έκτοτε, έτσι: Ακολουθώντας κανόνες οι οποίοι, συχνά, είναι παράταιροι αλλά επιτρέπουν την ενσωμάτωσή μας στην «Ενωμένη Ευρώπη». Αυτοί οι κανόνες επιτρέπουν την όσμωσή τους με στοιχεία αρνητικής ατυπικότητας,  δημιουργώντας την εντύπωση στους περισσότερους ότι τα προβλήματα είναι γνωστά και δεδομένα: Ξέρουμε, μ’ άλλα λόγια, «τι φταίει» στη δικαιοσύνη κι απλώς αναζητείται η «πολιτική βούληση» που θα τα διορθώσει  (νισάφι, πια)...

Η θέση μας είναι ότι, απλώς, δεν ξέρουμε και στο έλλειμμα γνώσης μας αντιπαραβάλλουμε μια στείρα βουλησιαρχία. Έχουμε, δηλαδή, ένα ουσιαστικό έλλειμμα γνώσης σε σχέση με τη ζεύξη των αρχών/προτεραιοτήτων του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού με τους θεσμούς και τις οργανώσεις της Πολιτείας. Πολλώ δε, μάλλον, αδυνατούμε να θέσουμε τις δύο πλευρές της ατυπικότητας ως βάση ενός μοντέλου οργάνωσης και λειτουργίας, το οποίο θα έπρεπε να συμπεριλαμβάνεται μεταξύ των υπολοίπων (και όχι να αναγιγνώσκεται, μονίμως, ως απόκλιση και παθολογία).

Το πραγματικό έλλειμμα της δικαιοσύνης δεν είναι η διόρθωση ενός στρεβλού και κακοποιημένου μηχανισμού οργάνωσης των δικαστηρίων ή η ανυπαρξία πολιτικής για τη δικαιοσύνη που υποκαθίστανται από φληναφήματα περί δήθεν φαραωνικών αλλαγών στους κώδικες και άλλους βασικούς νόμους που θα επιτρέψουν- κάποτε- τη βελτίωση της ποιότητάς της.

Το δικό μας πρόβλημα είναι ότι εξακολουθούμε να δρούμε υπογείως και πλαγίως, συμπιέζοντας μια ταυτότητα που θα μπορούσε να εισφέρει, τα μάλα, στη διαδικαστική νομιμοποίηση του ελληνικού συστήματος απονομής της δικαιοσύνης. Ο συνδυασμός εξαναγκασμού και συναίνεσης που θα στηριζόταν στις δικές μας αξίες θα βελτίωνε, κατά πολύ, την  ποιότητα της δικαιοσύνης. Μα, γι’ αυτό απαιτούνται άλλα, τελείως διαφορετικά μέτρα απ’ αυτά που σήμερα περιλαμβάνονται στα Μνημόνια: Απαιτείται έμφαση στην υποστήριξη του ανθρώπινου δυναμικού των δικαστηρίων, στην ανάδειξη του ρόλου των δικαστών μέσω της επιδοκιμασίας των αποφάσεών τους και την απροκάλυπτη καταδίκη των λαθών τους.

Εν τέλει, η δικαιοσύνη πρέπει να κρίνεται αλλά μόνον από την κοινωνία. Δεν μπορεί να κρίνεται από τεχνικούς της εξουσίας και συμποραμαρτούντα συμφέροντα. Εις πείσμα όσων θέλουν να την εκσυγχρονίσουν «με το ζόρι», η ελληνική δικαιοσύνη μάχεται για την βελτίωσή της, ούσα, ήδη, σε υψηλό επίπεδο. Δικαστές του αναστήματος του Τερτσέτη και του Πολυζωίδη υπήρχαν και υπάρχουν στην Ελλάδα, πριν από τους περίφημους «δικαστές του Βερολίνου» των Γερμανών αυτοκρατόρων.   

 



[1] What is procedural justice? Law and Society Review 22/1988, pp.103-135

Newsletter

Εγγραφείτε στο Newsletter μας.