Εκτύπωση

Το Σύνταγμα ως πανάκεια και ως κουτί της Πανδώρας

Συντάχθηκε απο τον/την Παναγιώτης Καρκατσούλης on .

ToSyntagmaΤο αρχικώς προβαλλόμενο από πολύ μικρά κόμματα αίτημα περί άμεσης συνταγματικής αναθεώρησης φαίνεται ότι, αίφνης, υιοθετείται και από την κεντρική πολιτική σκηνή. Στον τύπο εμφανίστηκε αρθρογραφία περί δημιουργίας Γερουσίας και Συνταγματικού Δικαστηρίου με σκοπό- τι άλλο- την πολιτική σταθερότητα. Το όλον μας δημιουργεί αίσθημα ανησυχίας και οι σκέψεις μας περί εμφανούς υστεροβουλίας είναι, μάλλον, δικαιολογημένες. Πριν απ’ όλα να διευκρινήσω ότι μια συνταγματική αναθεώρηση δεν μπορεί και δεν πρέπει να αφορά μόνο το πολιτικό σύστημα. Σημαντικά κοινωνικά υποσυστήματα, όπως η διοίκηση και η οικονομία, συναντούν εμπόδια στην ανάπτυξή τους λόγω του υπάρχοντος Συντάγματος, το οποίο ανταποκρινόταν σε τελείως διαφορετικές πολιτικές, κοινωνικές, διοικητικές και οικονομικές παραμέτρους όταν θεσπίσθηκε/τροποποιήθηκε.

Παρ’ όλα αυτά θεωρώ ότι η συζήτηση για την συνταγματική αναθεώρηση εντός της παρούσης συγκυρίας συνιστά ματαιοπονία και θα πρέπει να παραπεμφθεί για ένα απώτερο μέλλον. Αντιλαμβάνομαι ότι αυτή είναι μια αιρετική θέση αλλά θα μου επιτρέψετε να εκθέσω μερικά επιχειρήματα τα  οποία συνηγορούν υπέρ αυτής.

Το πρώτο επιχείρημά μου είναι ότι δεν μπορεί να υπάρξει συνταγματική αναθεώρηση χωρίς ευρύτατες κοινωνικές, και πολιτικές συναινέσεις. Το Σύνταγμα αποτελεί την έκφραση μιας συντεταγμένης κοινωνίας, τον οδικό χάρτη εφαρμογής μειζόνων αξιών και προσανατολισμών. Κάθε τροποποίησή του, αν δεν γίνεται έχοντας διασφαλίσει την ύπαρξη των άνω προϋποθέσεων, οδηγεί σε αποσταθεροποίηση και τα αποτελέσματα είναι τα αντίστροφα των προσδοκώμενων.

Ας εξετάσουμε, κατ’ αρχήν, τις προοπτικές αναθεώρησης μερικών από τς διατάξεις του Συντάγματος που –θα θέλαμε- να οδηγήσουν σε πολιτική σταθερότητα.

1. Σταθερότητα εντός των κειμένων πολιτικών συσχετισμών δεν μπορεί να υπάρξει

Μπορεί να υπάρξει πολιτική σταθερότητα με τα σημερινά «συστημικά» κόμματα σε προχωρημένη αποσύνθεση, με τον λαϊκισμό στο απόγαιό του, και τους θεσμούς πιο αδύνατους από ποτέ;

Η πολιτική σταθερότητα δεν κατακτάται με τεχνικό τρόπο αλλά με αλλαγές που θα οδηγήσουν σε νέες κοινωνικές συνθέσεις και ισορροπίες που βρίσκουν την αντανάκλασή τους στο πολιτικό σύστημα. Σήμερα, μετά την περιπέτεια των Μνημονίων, ο χώρος που έχει μείνει για κοινωνική συνοχή και πολιτική είναι ελάχιστος.

Είθισται, ωστόσο, να λέγεται ότι κάποιες μεταρρυθμίσεις- μεταξύ αυτών και εκείνες οι οποίες αφορούν κάποιες συνταγματικές αλλαγές- πρέπει να προχωρήσουν, προκειμένου να αρθούν τα σημερινά πολιτικά, ιδίως, αδιέξοδα.

Η θέση μου επ’ αυτού, όπως ανέφερα, είναι ότι η σχετική συζήτηση είναι πρωθύστερη και ανεπίκαιρη: Εξηγούμαι: Στην προηγούμενη αναθεωρητική Βουλή είχαν προταθεί οι περισσότερες από τις αλλαγές που συζητώνται και τώρα. Και είχαν απορριφθεί από τα τότε δύο μεγάλα κόμματα, το Πασοκ και τη Νέα Δημοκρατία (αν και, κατ΄ιδίαν, οι εισηγητές τους συμφωνούσαν στα περισσότερα). Τότε, η κατάσταση του Κράτους- και της δημόσιας διοίκησης, ειδικότερα- δεν ήταν βεβαίως, ρόδινη αλλά δεν παρουσίαζε και την εικόνα διάλυσης που παρουσιάζει σήμερα.

Η πρόταξη μιας ατζέντας που θέτει εκ νέου το θέμα των checks and balances με τις αρμοδιότητες του Προέδρου της Δημοκρατίας- η ακόμη πιο ριζοσπαστικά με την επαναφορά του αιτήματος για τη δημιουργία Γερουσίας/Κάτω Βουλής- στην παρούσα συγκυρία, θεωρώ ότι είναι εσφαλμένη. Όχι μόνο διότι δεν υπάρχει καμμία ρεαλιστική πιθανότητα να προχωρήσουν τέτοιες μεταρρυθμίσεις με τον επικρατούντα πολιτικό κατακερματισμό- αλλά, διότι προέχει η αποκατάσταση της καταστροφής που έχει συντελεστεί. Η αποκατάσταση της συνταγματικής και νομικής τάξης έχει τρωθεί σε τέτοιο σημείο, ώστε η όποια επόμενη κυβέρνηση θέλει να επαναφέρει το κράτος δικαίου στην προτεραία, έστω, μορφή του θα πρέπει να λάβει πολλές και γρήγορες αποφάσεις. Η ύπαρξη δεύτερου βουλευτικού σώματος- ή, έστω, η ύπαρξη ενός ισχυρού Προέδρου- προκαλεί καθυστέρηση, κι αυτό θα λειτουργήσει ως αντικίνητρο για την δημιουργία τους.

Θέλω να αναφερθώ εν τάχει και σε μια άλλη συνταγματική αλλαγή, την άρση της μονιμότητας, η οποία αποτέλεσε, μέχρι πρόσφατα, την γνωστότερη από τις προτεινόμενες. Ποιος θα υποστήριζε την άρση της μονιμότητας, σήμερα, μετά από τις αγριότητες που έχουν συμβεί; Απεδείχθη ότι δεν ήταν η μονιμότητα εκείνη οποία εμπόδιζε την αξιολόγηση ή την καλή χρήση των ανθρώπινων πόρων αλλά συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές που έγιναν από τα δύο μεγάλα κόμματα που είχαν την ευθύνη της διακυβέρνησης επί σειρά δεκαετιών.

Για να σας δώσω ένα μόνο επιχείρημα υπέρ του ισχυρισμού μου, σας αναφέρω ότι κατά την υπογραφή του πρώτου Μνημονίου ο δημοσιοϋπαλληλικός πληθυσμός ανήρχετο στο 15.6% του εργατικού δυναμικού της χώρας. Σήμερα, μετά τις τυφλές περικοπές κι το πογκρόμ που εξαπολύθηκε εναντίον των δημοσίων υπαλλήλων, το ποσοστό αυτό έχει δραματικά μειωθεί στο 7.9%, που είναι το χαμηλώτερο στο σύνολο των χωρών μελών του ΟΟΣΑ. Ικανοί και άξιοι ανθρωποι έφυγαν πρώτοι, οι νέοι επίσης, και αυτή τη στιγμή έχουμε σημαντικά κενά στο σύνολο των υπηρεσιών- μερικά εκ των οποίων είναι πολύ σοβαρά. Εάν συνδυαστεί τούτο με το γεγονός ότι καμμία διοικητική μεταρρύθμιση δεν τελεσφόρησε, ότι το σύστημα λήψης απόφασης κινείται, συχνά, στα όρια της νομιμότητας και οι δομές αντί να μειωθούν αυξήθηκαν σε απόλυτους αριθμούς, διερωτάται κανείς τι τύχη θα είχε, για παράδειγμα, μια άλλη συνταγματική αλλαγή σε σχέση με το πολιτικό χρήμα ή την χρηματοδότηση των πολιτικών κομμάτων. Εάν η ratio τέτοιων αλλαγών είναι η μεγαλύτερη διαφάνεια και ο εξορθολογισμός της λειτουργίας των θεσμών, τότε με ποιο διοικητικό μηχανισμό θα επιβαλόταν η εφαρμογή τέτοιων κανόνων και νόμων; Με το Υπουργείο Οικονομικών/ΓΛΚ τα οποία σήμερα  αδυνατούν να προϋπολογίσουν και να παρακολοθήσουν δαπάνες πέραν του ενός-ενάμιση μηνός; Πως να ελέγξουν την διαφθορά- και μάλιστα, την πολιτική- οικονομικά και ηθικά καταρρακωμένοι δημόσιοι υπάλληλοι επιρρεπείς πλέον σε οποιεσδήποτε πιέσεις; Οι οποίοι, μάλιστα, με μια απλή ψευδομαρτυρία μπορούν να κατηγορηθούν ως επίορκοι και να μπουν στις περίφημες τρομολίστες που οδηγούν κατ’ ευθείαν στην απόλυση;

Ο παλαιός γνωστός κομματισμός ωχριά μπροστά στον νέο, αυτόν που έχει εγκατασταθεί μετά τις μνημονιακές επιλογές. Σήμερα οι γραμμές είναι πολύ πιο κάθετες, τα μετερίζια πιο περιχαρακωμένα και, εννοείται, τα «όπλα παρά πόδας»... Η εθνική συναίνεση μοιάζει κακόγουστο ανέκδοτο...

 Ας δούμε ένα ακόμη πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα: Εάν σήμερα θεσπίζαμε «Κάτω Βουλή», μια μεταρρύθμιση η οποία είναι, γενικώς αναγκαία, πως θα λειτουργούσε; Με υποβαθμισμένη απολύτως την «Άνω Βουλή» η οποία λειτουργεί μόνον κατ΄ όνομα με μηδενικό βαθμό ανεξαρτησίας από τα κόμματα που οι βουλευτές εκπροσωπούν, τι έλεγχο θα έκανε η Κάτω Βουλή; Θα κήρυττε συλλήβδην παράνομα ή αντισυνταγματικά τα περισσότερα από τα μέτρα και τις πολιτικές που εφαρμόζονται- και, στην περίπτωση αυτή, θα συνέβαλε, άραγε, στην πολιτική σταθερότητα;

  1. Χρηστή διακυβέρνηση αντί σταθερότητας

Ακριβώς το ίδιο επιχείρημα θα μπορούσε να ισχύει και για μια άλλη «κατεψυγμένη» συνταγματική μεταρρύθμιση, εκείνη της δημιουργίας συνταγματικού δικαστηρίου. Όταν σήμερα, με παρεμπίπτοντα έλεγχο συνταγματικότητας, έχουμε σωρεία αποφάσεων που τα δικαστήρια κηρύσσουν αντισυνταγματικές μείζονες κυβερνητικές επιλογές, σκέφτεστε τι θα γινόταν μ’ ένα πραγματικά ανεξάρτητο συνταγματικό δικαστήριο; Τι άλλαξε αίφνης και τα δύο κόμματα τα οποία μάχονταν κατά της δημιουργίας Συνταγματικού Δικαστηρίου φαίρονται να το επιθυμούν;

Αλλά, εδώ, υπάρχουν κι άλλες συνταγματικές μεταρρυθμίσεις, θεωρούμενες «ελάσσονες», ενώ, κατά τη γνώμη μου, είναι μείζονες: Η θέσπιση της ανάλυσης επιπτώσεων στις νομοθετικές ρυθμίσεις, αντί της ελλιπέστατης υποχρέωσης αιτιολογικής έκθεσης, είναι μία απ’ αυτές. Δεν είναι τίποτα παραπάνω από την υποχρέωση του προτείνοντος ένα νόμο να μας βεβαιώσει ότι δεν θα προξενήσει περισσότερα κακά από τα τα πιθαναλογούμενα καλά του. Τέτοιες αλλαγές, όμως, δεν «περνάνε» από τα κέντρα εξουσίας ούτε του Πασοκ ούτε της Νέας Δημοκρατίας.

Τα συστημικά κόμματα αντιδρούν σε κάθε (συνταγματική ή μη) αλλαγή που θα οδηγούσε στη χειραφέτηση τη τάλανα ελληνική δημόσια διοίκηση, μεταβάλλοντάς την από υποπόδιο των πολιτικών κομμάτων σε κεντρικό μηχανισμό εγγύησης μιας χρηστής Διακυβέρνησης (στην οποία εννοείται η πολιτική σταθερότητα και η ανάπτυξη της χώρας έχουν κεντρική θέση). Είναι χαρακτηριστικό ότι, ενώ επισημαίνεται, επί δεκαετίες, ότι υπάρχει ανάγκη διεύρυνσης των ορίων της διακριτικής ευχέρειας της διοικήσεως, η σχετική συζήτηση δεν ανοίγει.  Το πέπλο της καχυποψίας της δικαστικής εξουσίας έναντι της εκτελεστικής δεν αίρεται. Πως, όμως, θα καταπολεμηθεί δραστικά η πολυνομία, η κακονομία και η στρεψονομία, όταν δεν μπορούμε να εξουσιοδοτήσουμε την δημόσια διοίκηση/κυβέρνηση που βρίσκεται στο πεδίο και γνωρίζει τον πραγματικό κανονιστικό και νομοθετικό βόρβορο να παρέμβει; Πως αιτιώμεθα, υπό τις παρούσες συνθήκες, την δημόσια διοίκηση ως τυπολατρική και φορμαλιστική, όταν τα περιθώρια ευελιξίας και απλούστευσης των γραφειοκρατικών διαδικασιών είναι de jure  ανύπαρκτα και πρέπει «νόμος»- και μάλιστα υπό την μορφή ΚΥΑ- να ορίζει σαφώς τι πρέπει να απλουστευθεί, ακόμη κι αν αυτό προκύπτει από την κοινή λογική;

Προσωπικώς, θα έθετα το ζήτητημα των συνταγματικών μεταρρυθμίσεων μόνο σε ένα πεδίο, το οποίο αποτελεί για την κατεστημένη συντηρητική πολτική ελίτ, «απροσδιόριστο αντικείμενο». Έχει να κάνει με τη συνταγματική κατοχύρωση των αξιών της αποδοτικότητας, της αποτελεσματικότητας και της οικονομικότητας- μ΄ ένα λόγο, με τη θεσμοθέτηση και την επιχειρησιακή εφαρμογή των αρχών του μάνατζμεντ, ιδιωτικού είτε δημόσιου.

Για να καταλάβει κανείς την καθυστέρηση της χώρας αρκεί να σημειωθεί ότι από τις μείζονες αρχές της χρηστής διακυβέρνησης εκείνη η οποία ρητώς προστατεύεται είναι η αρχή της νομιμότητας. Οι υπόλοιπες που αναφέραμε αν και λεκτικά/ερμηνευτικά μπορεί να θεωρηθεί ότι συνάγονται μέσα από τις γενικές αρχές του Συντάγματος (ελευθερία επιχειρείν κλπ), στην πράξη έχει αποδειχτεί ότι υποχωρούν ενώπιον της αρχής της νομιμότητας.

Υπάρχει μια παρωχημένη αντίληψη- ακόμη κυρίαρχη στην κοινή γνώμη- η οποία θέλει τη νομιμότητα αντίπαλο της αποτελεσματικότητας και της αποδοτικότητας. Δεν θα επιχειρηματολογήσω υπερ του προφανούς- απλά θα υπενθυμίσω ότι το επίπεδο προστασίας της νομιμότητας εξαρτάται από την αποτελεσματικότητα και την αποδοτικότητα των δημόσιων οργανώσεων. Σε κάθε άλλη περίπτωση, η νομότητα μετατρέπεται σε φύλλο συκής ή άλλοθι δικαιολόγησης αυταρχικών πολιτικών.

Ας γίνω λίγο πιο συγκεκριμένος: Γιατί στις ανεξάρτητες αρχές που προστατεύονται από το Σύνταγμα δεν περιέχεται καμία που να σχετίζεται με το επιχειρείν;. Συγκεκριμένα, το ελληνικό Σύνταγμα δείχνει μια ιδιαίτερη ευαισθησία στη συνταγματική θωράκιση των ατομικών ελευθεριών. Όταν όμως προκύπτει ως αναγκαιότητα για την ανάπτυξη της χώρας, η απελευθέρωση της οικονομίας από τα δεινά του κρατισμού και του παρεμβατισμού, εκεί ο νομοθέτης δεν τολμά να δώσει στις «διοικητικές» αρχές που δημιούργησε είτε για την ενέργεια είτε για τις τηλεπικοινωνίες την ίδια κατοχύρωση με τις ανεξάρτητες αρχές, όπως ο Συνήγορος του Πολίτη , το ΑΣΕΠ, κλ.π.

Πάλι, όμως, έχω την ίδα επιφυλακτικότητα: Θα μπορούσε υπό τις παρούσες συνθήκες με την αγορά και την οικονομία σε δραματική κατάσταση να θέσει κανείς αυτή τη στιγμή θέμα συνταγματικής κατοχύρωσης των όποιων αρχών διασφαλίζουν την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς; Δεν θα έπρεπε, κατά πρώτον, να αποκαταστήσει η να επουλώσει κανείς τα βαρειά τραύματα που δέχθηκε και δέχεται η ελληνική οικονομία από τις επιπολαιότητες και τις αστοχίες των Μνημονίων;

Εν κατακλείδι: Ναι, το Σύνταγμά μας χρειάζεται αναθεώρηση σε διάφορα κεφάλαιά του. Πλην όμως, αυτή πρέπει να γίνει συντεταγμένα σε καιρούς όχι χαλεπούς και ταραχώδεις. Σήμερα η πρόταξη των συνταγματικών αναθεωρήσεων αποτελεί άλλοθι για την πολιτική και επιχειρησιακή αδράνεια εκείνων οι οποίοι οφείλουν να πράξουν.

Συνταγματική αναθεώρηση πρέπει να γίνει αφού έχει διασφαλιστεί η μέγιστη κοινωνική συναίνεση. Σε κάθε άλλη περίπτωση, εάν το Σύνταγμα καταστεί επίδικο αντικείμενο στην πολιτική αρένα του παρόντος, θεωρώ ότι και οι αλλαγές δεν θα ευοδωθούν αλλά και το ίδιο το Σύνταγμα θα μετατραπεί από εργαλείο διασφάλισης της κοινωνικής ειρήνης σε κουτί της Πανδώρας. Κι αυτό είναι το χειρότερο σενάριο όλων.

Newsletter

Εγγραφείτε στο Newsletter μας.